Γράφει η Σοφία Μπασκάκη, Δημοσιογράφος
Φωτογραφίες: Αστρινός Αλεξάκης
Τους είδα. Ήταν πρόσφυγες από τη Λιβύη, έφηβοι και νεαρά αγόρια 17-22 χρονών, κυνηγημένοι από τον πόλεμο, τη φτώχεια, την απόγνωση. να στέκονται κάτω από τον ήλιο του Ρεθύμνου, ανάμεσα σε χαρτόκουτα, σκόνη και βλέμματα που κοιτούσαν μακριά — πολύ μακριά από την Κρήτη. Έμοιαζαν να κοιτάζουν κάτι πέρα από το παρόν. Δεν κουβαλούσαν σακίδια, κουβαλούσαν ιστορίες. Που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Που γράφονται με σιωπή…

Ο φακός του εξαιρετικού φωτογράφου Αστρινού Αλεξάκη, του δικού μας ανθρώπου, κατέγραψε με ευαισθησία κάτι βαθύτερο από γεγονότα: Κατέγραψε ψυχές. Σώματα κουρασμένα από το ταξίδι, μα βλέμματα γεμάτα πείσμα. Αγκαλιές μεταξύ τους, σαν να λένε: «εγώ θα σε κουβαλήσω, αν δεν αντέχεις».

Ανάμεσά τους, κάποιος γελούσε. Όχι από χαρά. Από νευρικότητα, ίσως. Από εκείνο το περίεργο κράμα που κάνει την εφηβεία να δείχνει ηρωική. Αυτά τα αγόρια, αυτά τα σχεδόν-παιδιά, αντί να βρουν γαλήνη, αποχαιρετούν για άλλη μία φορά το προσωρινό τους καταφύγιο, μεταφερόμενοι σε ένα νέο προορισμό. Στη Δομή Φιλοξενίας Μαλακάσας. Ένα ακόμα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Όχι γιατί δεν υπάρχει τρόπος να γυρίσουν πίσω, αλλά γιατί το «πίσω» κάηκε, σκόρπισε στις στάχτες.

Η μεταφορά τους ανακοινώθηκε λιτά, σχεδόν τεχνικά. Μα για μένα –και για κάθε άνθρωπο που βλέπει τον άλλον στα μάτια– δεν είναι μια απλή μετακίνηση πληθυσμών. Είναι μια νέα εξορία. Είναι άλλη μία «φυγή προς το άγνωστο». Η Μαλακάσα μπορεί να προσφέρει στέγη, μα δεν προσφέρει ρίζες. Και καμιά ρίζα δεν φυτρώνει μες στο φόβο.

Δεν υπάρχουν γυναικόπαιδα ανάμεσά τους. Είναι οι μελλοντικοί άντρες μιας ζωής που δεν τους υποσχέθηκε τίποτα. Κι όμως, στις μπλούζες τους γράφει: Better days ahead. Μια φράση-ελπίδα, πιο ισχυρή από τον πόλεμο, πιο περήφανη από την προσφυγιά, πιο δυνατή από κάθε γραφειοκρατική απόφαση, πιο ουσιαστική από κάθε κρατική δομή.

Αυτή η «μεταφορά στη Δομή Μαλακάσας» ακούγεται ψυχρή, σχεδόν λογιστική. Μα δεν είναι. Είναι μια δεύτερη προσφυγιά μέσα στην προσφυγιά. Ένα νέο ξερίζωμα για παιδιά που δεν πρόλαβαν ούτε να ριζώσουν. Είναι η στιγμή που ο κόσμος δεν τους προσφέρει καν επιλογή, μόνο ένα μπουκάλι νερό και ένα κεσεδάκι φαγητό. Για να επιβιώσουν, όχι για να ζήσουν…

Ποιος είπε ότι δεν έχουν δύναμη; Αυτά τα παιδιά, αυτά τα αόρατα πρόσωπα για την κοινωνία, διδάσκουν κάτι που ξεχάσαμε: την αξία της αλληλεγγύης. Της ελπίδας χωρίς εγγυήσεις.

Δεν είναι μετανάστες. Είναι επιζώντες. Και σε έναν κόσμο που διαρκώς υψώνει τείχη, η παρουσία τους είναι πολιτική πράξη. Είναι αντίσταση. Είναι μια κραυγή: Μην μας συνηθίσετε σαν θλιβερό κι ανεπιθύμητο δεδομένο. Δεν είναι «πρόβλημα». Είναι άνθρωποι. Κι όμως, το ελληνικό κράτος –συχνά σε αγαστή συνεργασία με τη σιωπή μας– τους χειρίζεται σαν αριθμούς. Τους μετακινεί από τόπο σε τόπο χωρίς ενσυναίσθηση. Λες κι η ζωή τους είναι ένα αρχείο Excel.

Αυτή είναι η αλήθεια τους. Και την τιμώ με λέξεις.

Από τη θέση μου, δεν μπορώ να σιωπήσω. Όχι από φιλανθρωπία. Από δικαιοσύνη. Γιατί οι πρόσφυγες από τη Λιβύη δεν είναι ξένοι. Είναι η εικόνα μας σε καθρέφτη παραμορφωτικό. Εμείς, σ’ άλλους καιρούς, ήμασταν εκείνοι. Και ίσως πάλι να γίνουμε.

Όσο υπάρχουν σύνορα, στρατόπεδα, περιφράξεις και «δομές», το ανθρώπινο αίτημα για αξιοπρέπεια θα σπαράζει στο κενό. Κι όσο υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν, φωτογραφίζουν, φωνάζουν και παλεύουν, τίποτα δεν θα έχει χαθεί.

Δείτε τις φωτογραφίες. Κοιτάξτε τους στα μάτια. Μην τους προσπερνάτε.







