ΟΣΩ: Η αλήθεια για τον Πολεοδομικό Σχεδιασμό στον Ωρωπό

Οι προτάσεις της Ομοσπονδίας Συλλόγων Ωρωπού, στο πλαίσιο της Δημόσιας Διαβούλευσης, για την Β1 ΦΑΣΗ της μελέτης του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδιασμού Κοιλάδας Ωρωπού.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΤΟΧΩΝ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

Α) Η πρόσφατη ανθρώπινη, οικονομική και περιβαλλοντική τραγωδία της καταστροφής στο Μάτι της Βορειοανατολικής Αττικής, ενός παραθεριστικού οικισμού όχι και πολύ μακριά μας, έφερε στο προσκήνιο και απέδειξε με το χειρότερο τρόπο τα προβλήματα και τους κινδύνους που απαρχαιωμένες αντιλήψεις για τη διαχείριση και οργάνωση του χώρου και πρόχειρες επιλύσεις μπορούν να επιφέρουν. Το σημαντικότερο «ατόπημα» στην όλη τραγωδία αποδείχθηκε η δυσκολία έως και η ανυπαρξία προσβάσεων στην ακτογραμμή από το εσωτερικό του οικισμού, δλδ με άλλα λόγια ο «αποκλεισμός» περιοχών διαφορετικών χρήσεων και η έλλειψη δικτύωσής τους, ιδιαίτερα μέσα από ένα δίκτυο ελεύθερων και φυσικών χώρων που κρίνονται απαραίτητοι για την ασφάλεια και υγεία των κατοίκων. Έχει αποδειχθεί λοιπόν ότι δεν είναι ορθό πολεοδομικά και χωροταξικά να απομονώνουμε και να αποκλείουμε από άκρη σε άκρη το παραλιακό μέτωπο/ζώνη κάτι που παρατηρούμε ότι εσφαλμένα δύναται να πραγματοποιηθεί στο μέλλον στην Κοιλάδα Ωρωπού μέσω του πρόσφατου προτεινόμενου σχεδιασμού και την έκφραση ενός όχι και τόσο ευνοϊκού «Οράματος» για την περιοχή μας.

Παρόλο λοιπόν που έχει προηγηθεί η κακή εμπειρία από την εν λόγω καταστροφή, και παρόλο που η μελέτη στην αφετηρία της θέτει ξεκάθαρα σαν στρατηγικό στόχο της, την προστασία και ανάδειξη του παραλιακού μετώπου, (πολύ ορθά και κατά τη δική μας γνώμη), εν τέλει η ίδια μελέτη καταλήγει να αυτοαναιρείται και να προκρίνει για πολεοδόμηση επεκτάσεις μόνο στους υφιστάμενους παραλιακούς οικισμούς, με αποτέλεσμα να προτείνεται -και να μπορέσει να δημιουργηθεί τελικά μελλοντικά- μία άκριτη «μαζοποίηση» οικιστικών περιοχών με τελείως διαφορετικά μεταξύ τους  φυσιογνωμικά και χωρικά χαρακτηριστικά. Το «Όραμα» λοιπόν που προτείνεται για την περιοχή φαντάζει να είναι μια ενιαία κι αχανής οικιστική ενότητα, χωρίς αδόμητες εκτάσεις, χωρίς φυσικούς αεραγωγούς και διαδρόμους, δηλαδή προτείνεται να δημιουργηθεί μια επιμήκης ανάπτυξη επί της παραλιακής ζώνης, που θα εκτείνεται από το Φέρυ Μαρκοπούλου και θα καταλήγει στο Δήλεσι και θα συνεχίζεται και περαιτέρω παραλιακά μέχρι και την παραλία Αυλίδας.

Μάλιστα υπάρχουν κομμάτια γης σε αυτή την παραλιακή ζώνη που είναι εντός του Υγρότοπου του Ωρωπού, πριν και μετά το Δημοτικό Στάδιο (μέχρι και σήμερα εκτός πολεοδόμησης) που μέσω του προτεινόμενου σχεδιασμού προκρίνονται να είναι στην επέκταση της Σκάλας, καθώς και άλλα κομμάτια που αποτελούν καλλιεργήσιμη γη και μάλιστα υψηλής παραγωγικότητας, όπως το τμήμα που προκρίνεται σαν πολεοδομική επέκταση του Αγ. Κωνσταντίνου, περιοχή ουσιαστικά αδόμητη. Ακόμα περισσότερο αποδεικνύεται έντονη η αντίφαση στις επιλογές του χωρικού σχεδιασμού όταν αναλογιστούμε όσα ακριβώς επικαλείται ότι επιδιώκει η μελέτη και τελικά τα αντίθετα προτείνει: «Οι γενικές κατευθύνσεις πολεοδομικής οργάνωσης-αναβάθμισης του οικιστικού δικτύου των Δ.Ε. Ωρωπίων και Συκαμίνου, με βάση και τις ανάγκες για νέους οικιστικούς υποδοχείς, είναι οι εξής: […] Υιοθέτηση του προτύπου της «συμπαγούς πόλης», η οποία συνίσταται στην αποφυγή αναιτιολόγητων επεκτάσεων που μετατρέπουν την ύπαιθρο σε αστική γη, καταναλώνουν τους πόρους, καταστρέφουν το τοπίο, αυξάνουν το κόστος των υποδομών, την κυκλοφορία και επομένως την ρύπανση και την όχληση προς τις περιοχές κατοικίας». Όμως με τις τελικές επιλογές της η μελέτη φαίνεται να αδιαφορεί για τις αρχές που η ίδια θέτει στο ξεκίνημα της και αυτοκαταργείται για άλλη μια φορά μιας και ούτε προτείνει οικονομία στο φυσικό κεφάλαιο και στους ενεργειακούς πόρους, δεν ακολουθεί τον δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης, ούτε ακολουθεί μια ισόρροπη και αλληλοστηριζόμενη ανάπτυξη αστικού, περιαστικού και αγροτικού χώρου, αφού οι επεκτάσεις σε αδόμητες περιοχές απαιτούν νέα κοινωφελή δίκτυα και νέες συνδέσεις, νέα έργα υποδομής, ενώ υπάρχει κατασπατάληση της αποδοτικής καλλιεργήσιμης γης, που με την πολεοδόμησή της, θα οδηγηθεί σε νέες κατατμήσεις.

Σε αντιπαράθεση με τα προαναφερόμενα, είναι ακατανόητο πώς οικισμοί πυκνοδομημένοι, όπως ο Πευκιάς, η Ν. Εκάλη με την Δροσιά, ο Άγιος Αθανάσιος, το Σαραντάρι, το Ν. Συκάμινο με το Μαδαρό (σημ.: σε έκταση οι δύο τελευταίοι οικισμοί είναι όσο το Συκάμινο ή το χωριό Ωρωπός) αυτές οι περιοχές που αναπτύσσονται στην ενδοχώρα του Δήμου μας, δεν αναλαμβάνουν κομμάτι της απορρόφησης του όποιου μελλοντικού μόνιμου και παραθεριστικού πληθυσμού, ενώ παράλληλα οι προαναφερόμενες περιοχές είναι σχεδόν πόλεις, που χρειάζονται την ουσιαστική παρέμβασή μας, για να εξυγιανθούν πολεοδομικά, πόλεις που απαιτείται να ρυθμιστούν και να πολεοδομηθούν αφού αποτελούν τις πραγματικές οικιστικές ενότητες/θύλακες, με χιλιάδες ανεγερμένες κατοικίες. Η ένταξή τους σε πολεοδομικό σχέδιο είναι απαραίτητη, αφού θα συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, στην εξισορρόπηση στην κατανομή των πόρων και των ωφελειών από την ανάπτυξη των ήδη διαμορφωμένων οικιστικών θυλάκων και θα τους δώσει την δυνατότητα να αναβαθμιστούν και να λειτουργήσουν κάτω από ορθολογικά πολεοδομικά κριτήρια, αποκτώντας κοινόχρηστους χώρους, διανοίξεις οδών, επιπλέον έργα υποδομής, κ.ά. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά η ίδια μελέτη καταγράφει κι αναγνωρίζει την ανάγκη πολεοδομικής οργάνωσης των ήδη διαμορφωμένων οικιστικών υποδοχέων στην εκτός σχεδίου περιοχή αλλά και σε αυτό το σημείο αναιρεί αυτή την ανάλυση και διαπίστωση στην πρότασή της στη Β1’ Φάση (βλ. Κεφ. Α.5.3.4. Ανάγκες επεκτάσεων/νέων οικιστικών υποδοχέων, Α’ Φάση, σελ. 196-197).

Εν τέλει με την ένταξη αυτών των περιοχών θα υπάρξει μια ισομερή  όσο το δυνατόν ανάπτυξη στο έδαφος της εν λόγω περιοχής, και έτσι βιώσιμη χωρική ανάπτυξη, εξοικονόμηση πόρων, αποτελεσματική προστασία τόσο της γεωργικής γης όσο και του υφιστάμενου φυσικού τοπίου, και όχι η δημιουργία ενός εντατικά πυκνοδομημένου και  συνωστισμένου παραλιακού μετώπου. Η ακτογραμμή και το παραθαλάσσιο μέτωπο χρίζει προστασίας και η η προφύλαξή του από επιπλέον οικοδόμηση είναι αυτή που θα φέρει την πολυπόθητη ανάπτυξη στην περιοχή, μέσω της τουριστικής αξιοποίησης με σύγχρονες προσεγγίσεις της παραλιακής ζώνης.

Μάλιστα εδώ θα πρέπει επισημάνουμε άλλο ένα  παράδοξο της μελέτης: η Αγριλέζα, που χρόνια τώρα είχε προκριθεί για πολεοδόμηση, που πληρώθηκαν αδρά πολεοδομικές μελέτες για την ένταξή της, (σημ.: η ένταξή της είχε την σύμφωνη άποψη Δήμου Ωρωπού, Οργανισμού Αθήνας και  Ρυθμιστικού Σχεδίου  Αθήνας) να μην παίζει κανένα ρόλο στον προτεινόμενο σχεδιασμό και σήμερα να απαξιώνονται όλες αυτές οι μελέτες και εγκρίσεις. Σε αντίθεση προκρίνονται για πολεοδόμηση περιοχές, στις οποίες αναπτύσσεται καλλιεργήσιμη γεωργική γη, είτε είναι εντελώς αδόμητες, δημιουργώντας έτσι σοβαρές ανακολουθίες σχετικά με τα κριτήρια και τις παραμέτρους της μελέτης. Χαρακτηριστικά κι όσο αφορά την Αγριλέζα παραθέτουμε σχόλια από την ίδια την Α΄Φάση της μελέτης: «Η Αγριλέζα παρουσιάζει παρόμοια εικόνα με την παραθεριστική περιοχή Χαλκουτσίου με την οποία συνορεύει. Οι κατοικίες […] πολύ πυκνά δομημένες, σχηματίζοντας ένα συμπαγές οικιστικό σύνολο που διατρέχεται από ένα κανονικό σχεδόν πλήρως διανοιγμένο δίκτυο δρόμων». (Α’ Φάση, σελ. 156).

Αξίζει επίσης να σχολιαστεί το γεγονός ότι όλες αυτές τις ιδιαίτερα αναπτυγμένα οικιστικές περιοχές η μελέτη τις εντάσσει σε μία ευρεία έως αχανή ζώνη ανάπτυξης Β’ κατοικίας ΠΕΠΔ2 με καθορισμό αρτιότητας στα 20στρμ. εξαιρώντας τες από ένταξη στο σχέδιο πόλης και χωρίς περαιτέρω προβληματισμό για τη δική τους «πολεοδομική εξυγίανση».

Β) Η μελέτη στην Α΄ Φάση της, κι όπως ήρθε για έγκριση στο Δημοτικό Συμβούλιο, στις πρώτες κιόλας σελίδες της υιοθετούσε τους ευρύτερους σχεδιασμούς, που θέλουν την  περιφερειακή Ενότητα Ανατολικής Αττικής να δεσμεύεται  από το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο της Βιομηχανίας το οποίο έχει στόχο τη συνεχή και αυξανόμενη  ανάγκη αύξησης των οργανωμένων υποδοχέων δηλαδή Επιχειρηματικών/Βιομηχανικών Πάρκων, στην ευρύτερη περιοχή των Οινοφύτων/Σχηματαρίου.

Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι οι υπερκείμενοι σχεδιασμοί για επιπλέον χωροθέτηση νέων μονάδων στην Βοιωτία, επηρεάζει δυσμενώς τον όλο σχεδιασμό των πόλεών μας, κρατώντας ουσιαστικά αδόμητο το μεγαλύτερο μέρος της ενδοχώρας της Κοιλάδας του Ωρωπού και πιέζοντας για δόμηση το παραλιακό μέτωπο, μακριά από πιθανές επεκτάσεις της βιομηχανικής δραστηριότητας.

Και αυτό γιατί με τη μελέτη αυτή απαξιώνεται ουσιαστικά,  ολόκληρη η περιοχή του Συκαμίνου και του χωριού Ωρωπός, που έχουν κορεσθεί σε μεγάλο βαθμό -μεγαλύτερο του 80%- και χρειάζονται επεκτάσεις. Ιδιαίτερα πρέπει να τονισθεί ότι το ίδιο το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, που αποτελεί κύριο οδηγό για τον όποιο μελλοντικό  σχεδιασμό, προτείνει το χωριό Ωρωπός να είναι το κύριο Αστικό κέντρο γύρω από το οποίο θα υλοποιηθεί η όποια ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή. Αντίθετα μέσω της Β1’ Φάσης της μελέτης στο χωριό Ωρωπός ουσιαστικά προτείνεται μία επέκταση λίγων στρεμμάτων -μόλις 7,9 στρμ.- ενώ ήδη στην Α΄ Φάση της ίδιας μελέτης και ειδικότερα στον Πίνακα Α.6.1.3: Χωρητικότητα Οικισμών 2031, έχοντας ληφθεί υπόψη -και ορθά- ο πληθυσμός αιχμής για τον οικισμό, παρουσιάζεται μια προεκτιμώμενη ανάγκη σε επιφάνεια επέκτασης τουλάχιστον 175 στρμ. (για λεπτομέρειες βλ. Α’ Φάση, σελ. 208) και ομοίως για το Συκάμινο γύρω στα 85 στρμ. (σημ.: τελικά στη Β1’ Φάση προτείνονται 64 στρμ.).

Γ) Αποδεικνύεται κρίσιμο για την ίδια τη μελέτη, η αδυναμία της να προστατέψει και να αναδείξει τα ήδη επιβαρυμένα από τη βιομηχανική ρύπανση και τη συρρίκνωση του ζωτικού τους χώρου οικοσυστήματα κι από την αλλοίωση του φυσικού κι αγροτικού τοπίου, παρόλο που αρχικά θέτει κάτι τέτοιο ως πρωτεύοντα στόχο της· οικοσυστήματα όπως το Δέλτα του Ασωπού, του Υγρότοπου του Ωρωπού, των ζωνών κατά μήκος του Ασωπού και των υπολοίπων ρεμάτων της περιοχής. Ο προτεινόμενος σχεδιασμός της Β1’ Φάσης έρχεται σε αντίφαση με τους αρχικούς στόχους κι αρχές αφού χωρίς έκδηλη περιβαλλοντική ευαισθησία δημιουργεί εκτεταμένες πολεοδομικές ενότητες σε άμεση γειτνίαση με τους φυσικούς χώρους των προαναφερθέντων οικοσυστημάτων και του φυσικού κι αγροτικού τοπίου που τα περιβάλλει. Για παράδειγμα σε προτεινόμενες επεκτάσεις του οικισμού της Σκάλας-Ν. Παλατίων χωροθετούνται ακόμα και χρήσεις όπως η Γενική Κατοικία τύπου ΙΙ, όπου επιτρέπονται εμπορικά καταστήματα και ξενοδοχειακές μονάδες μέχρι 100 κλίνες (!).

Γ.1) Όμως δεν είναι ο μοναδικός περιβαλλοντικός στόχος που θέτει η εν λόγω μελέτη και στη συνέχεια τον ανατρέπει, αφού αντί να προτείνει οι παραρεμάτιες περιοχές των ρεμάτων Βίριζας και Νέων Παλατίων -στις περιοχές των προτεινόμενων επεκτάσεων- να περιληφθούν σε χώρους αστικού πρασίνου, αρμονικά ενταγμένους στην οικιστική δομή ως φυσικοί αεραγωγοί – πνεύμονες πρασίνου, τελικά χωροθετεί πιο «βαριές» χρήσεις όπως Τοπικό Κέντρο επιπέδου γειτονιάς «για την εξυπηρέτηση των καθημερινών αναγκών των κατοίκων» της Π.Ε. 3 (Β1’ Φάση, σελ. 111) (σημ.: στην πραγματικότητα η περιοχή ανήκει στην Π.Ε.2). Ειδικότερα χωροθετεί χρήση Τοπικού Κέντρου εκατέρωθεν του ρέματος της Βίριζας, για το οποίο δεν έχει καθορισθεί και η απαραίτητη γραμμή προστασίας του ρέματος. Περαιτέρω προτείνεται η πολεοδόμηση ολόκληρης της περιοχής που διατρέχει το ρέμα της Βίριζας, με «επιμελή» αγνόηση της χάραξης έστω μίας ευρείας ζώνης αστικού πρασίνου εκατέρωθεν των όχθεών του και μάλιστα σε περιοχή που κυριαρχούν εκτεταμένες καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Ευλόγως δημιουργείται η απορία για τη δυνατότητα βιωσιμότητας του φυσικού στοιχείου του ρέματος σε συνύπαρξη με λειτουργίες χρήσεων όπως αυτές ξενώνων, ξενοδοχείων έως 50 κλινών, εμπορικών καταστημάτων, γραφείων, τραπεζών, κλπ χωρίς την ελάχιστη πρόνοια και πρόβλεψη για προστασία του ζωτικού του χώρου μέσα από μία χωροθέτηση ζώνης πρασίνου.

Γ.2) Στον προτεινόμενο σχεδιασμό δεν έχουν τελικά ληφθεί υπόψη (αν και κάποιες έχουν μνημονευθεί στην Α΄ Φάση) σημαντικές μελέτες που έχουν εκπονηθεί για την προστασία και ανάδειξη του ιδιαίτερου φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής[1] μέσω των οποίων αποδεικνύεται το εύρος-ζωτικός χώρος του υδροβιοτόπου και προτείνονται όρια και μέτρα προστασίας του. Αντίθετα ενώ στο διάγραμμα/χάρτη Π2. Χρήσεις Γης και Προστασία Περιβάλλοντος κλίμακας 1:10.000, η ένδειξη της περιοχής του Υγροβιότοπου παρουσιάζεται να εκτείνεται μέχρι το ΙΚΑ Ωρωπού, σαν μια «αιχμή» που διασχίζει ήδη προτεινόμενους προς πολεοδόμηση εκτάσεις, και μεσολαβεί Ζώνη Προστασίας-ανάδειξης υγροτόπων ΠΕΠ2, τελικά στην απόδοση της ίδιας περιοχής στο διάγραμμα/χάρτη Π3.1 Πολεοδομική οργάνωση Νέων Παλατίων-Σκάλας Ωρωπού κλίμακας 1:5.000, χωροθετείται χρήση Πολεοδομικού Κέντρου τύπου Ι, με χρήσεις ιδιαίτερα ασύμβατες δίπλα στον περιβαλλοντικό κρίσιμο Υγρότοπο, όπως ξενοδοχεία και λοιπές τουριστικές εγκαταστάσεις • Εμπορικά καταστήματα  • Γραφεία, τράπεζες, ασφάλειες, • Κέντρα διασκέδασης αναψυχής • Χώροι συνάθροισης κοινού • Επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης •  Εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων ακόμη και Εγκαταστάσεις Μέσων Μαζικών Μεταφορών, αναιρώντας έτσι την ζώνη υψηλής προστασίας.

Γ.3) Οι αντιφάσεις του προτεινόμενου σχεδιασμού και η καταστρατήγηση των αρχικά ορθά τιθέμενων στόχων για «ισόρροπη και αλληλοστηριζόμενη ανάπτυξη αστικού, περιαστικού και αγροτικού χώρου» με αρχές αειφορίας και βιωσιμότητας (Β1’ Φάση, σελ. 3) συνεχίζονται και στις επιλογές για τη βελτίωση της συσχέτισης αστικού και εξωαστικού χώρου καθώς και της διατήρησης κι ανάδειξης της πολιτιστικής, αρχιτεκτονικής και ιστορικής κληρονομιάς της περιοχής. Αν και το «εύχεται» (Β1’ Φάση, σελ. 27), η μελέτη δεν κατορθώνει με τις επιλύσεις της να προβεί στη δημιουργία και οργάνωση ενός δικτύου οικοτουριστικών και οικοπολιτιστικών διαδρομών ικανό να συνδέει φυσικές ενότητες με ενδιαφέροντα τοπόσημα και τοπία πολιτισμού και ιστορίας και να οργανώσει ροές ήπιας βιώσιμης κινητικότητας εντός αστικού κι εξωαστικού χώρου προσφέροντας τη δυνατότητα βελτίωσης της καθημερινής διαβίωσης των κατοίκων μέσα από την παράλληλη προστασία του περιβάλλοντος -φυσικού και αστικού. Ακόμα περισσότερο δεν φαίνεται να οραματίζεται προοπτικές για την ανάδειξη των ιδιαίτερων στοιχείων που απαρτίζουν τη φυσιογνωμία της περιοχής κι ακόμα περισσότερο την ταυτότητα του τόπου. Ένα εμπνευσμένο δίκτυο ροών και λειτουργιών/χρήσεων θα μπορούσε να ενοποιήσει διάφορες και διαφορετικές ενότητες όπως το υγροτοπικό σύστημα των εκβολών του Ασωπού με τη λιμνοθάλασσα, τα διάφορα ρέματα της περιοχής, τις δασικές ενότητες, τον αρχαιολογικό χώρο Ωρωπού με τα σπουδαία βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία, τις διαδρομές στο προστατευόμενο φυσικό τοπίο, την σύνδεσή τους με τον Ιστορικό χώρο των πρώην φυλακών στην Σκάλα και από εκεί στο αστικό κέντρο, ώστε αυτές οι πορείες και διαδρομές να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του τουρισμού, όπως είναι ο περιηγητικός,  ο θρησκευτικός, ο Ιστορικός, και οι Αρχαιότητες της περιοχής.

Γ.4) Η μελέτη επίσης καταστρατηγεί τις αρχικές προθέσεις της περί προστασίας της ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιά της περιοχής με την πρότασή της να ενταχθεί σε πολεοδομική ενότητα ο λόφος του  Προφήτη Ηλία, που η ίδια αναγνωρίζει και ορθά ως Ακρόπολη του Ωρωπού, έναν ανεκτίμητης ιστορικής κληρονομιάς χώρο, που θα έπρεπε να χρίζει ιδιαίτερης προστασίας και ανάδειξης. Χαρακτηριστικά παραθέτουμε: «Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει και ο λόφος του Πρ. Ηλία, όπου, με βάση τα στοιχεία και τις εκτιμήσεις των αρχαιολόγων, βρίσκεται η ακρόπολις του Ωρωπού» (Α’ Φάση, σελ.76).

Γ.5) Σε παρόμοιο ατόπημα οδηγείται και η πρόταση πολεοδόμησης του χώρου απέναντι από τις πρώην φυλακές του Ωρωπού με τη χωροθέτηση χρήσεων Πολεοδομικού κέντρου τύπου ΙΙ χωρίς να προτείνεται έστω η εξαίρεση κάποιων χρήσεων ασύμβατων με την ανάπτυξη και λειτουργία ενός αρχαιολογικού χώρου ή να γίνεται κάποια μνεία εντός του κειμένου της μελέτης για να δοθεί προσοχή στο επίπεδο της πολεοδομικής μελέτης για τον συγκεκριμένο χώρο ή ακόμα καλύτερα (θα ήταν) να προβλέπεται η χωροθέτηση ελεύθερου κοινόχρηστου χώρου. Υπενθυμίζουμε ότι στον εν λόγω χώρο έχουν χαρτογραφηθεί από την αρχαιολογική υπηρεσία σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα ανάλογα με αυτά του χώρου δίπλα στο πρώην Γυμνάσιο Σκάλας Ωρωπού, και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει πάνω σε αυτό τον αρχαιολογικό πλούτο να αναγερθούν νέα κτίρια και εγκαταστάσεις. Ο χώρος αυτός με τη σωστή διαχείριση και σχεδιασμό είναι ιδανικός να προσφέρει μια «ανάσα» ανοικτού ελεύθερου χώρου στο ασφυκτικά δομημένο αστικό κέντρο Σκάλας και Ν. Παλατίων -που φέρει ελάχιστους χώρους κοινόχρηστους χώρους και χώρους πρασίνου- μιας και αποτελεί το μοναδικό ελεύθερο διαθέσιμο χώρο και αναπτύσσεται κεντροβαρικά της προτεινόμενης πολεοδομικής επέκτασης σε γειτνίαση με την παλιά πόλη και ροές πεζών και ευαίσθητων ομάδων όπως είναι τα παιδιά και οι μαθητές των κοντινών σχολείων. Ο χώρος αυτός, σε αντίθεση με την προτεινόμενη ανάπτυξη ενός ακόμα Πολεοδομικού Κέντρου (από τα πολλά ανάλογα που προτείνονται παραδόξως), θα πρέπει να μετατραπεί σε κοινόχρηστο χώρο αστικού πρασίνου, που θα εξυπηρετήσει τις ανάγκες των κατοίκων κι επισκεπτών του κέντρου Σκάλας – Ν Παλατίων για αναψυχή συνδυάζοντας την ανάδειξη και την περαιτέρω προστασία του Ιστορικού Χώρου των πρώην φυλακών Ωρωπού.

Δ) Ένα ακόμη σημείο που χρήζει προσοχής και κριτικού σχολιασμού είναι εκείνο της χωροθέτησης στο τέλος της προτεινόμενης επέκτασης της Σκάλας – Ν. Παλατίων, στο δυτικό της άκρο κι εκεί που τελειώνει η ζώνη Α’ κατοικίας, μίας έκτασης 136 στρμ. με χρήση ουσιαστικά βιομηχανική – βιοτεχνική, με την αιτιολογία, ότι υπάρχουν ήδη εγκατεστημένες μεταποιητικές μονάδες, όπως ένα πρώην μαρμαράδικο, εμπόριο οικοδομικών υλικών, κατασκευή τσιμεντόπλακων, φωτοβολταϊκό πάρκο και ένα super market. Μάλιστα ένας από τους λόγους που επικαλείται η μελέτη για να δικαιολογήσει τη χωροθέτηση μιας οχλούσας και περιβαλλοντικά επιβαρυμένης χρήσης, είναι ότι το εν λόγω «βιοτεχνικό πάρκο» βρίσκεται «σε απόσταση από τις περιοχές απολύτου προστασίας και από τις παραλιακές περιοχές που συγκεντρώνεται η κίνηση αιχμής κατά τους θερινούς μήνες» (Β1’ Φάση, σελ.88). Εντελώς παραπλανητική και άστοχη διατύπωση, αφού το εν λόγω « βιοτεχνικό πάρκο» βρίσκεται σε επαφή με τις αστικές περιοχές Α’ και Β΄ κατοικίας, δίπλα στο Δέλτα του Ασωπού, δίπλα στον Υγρότοπο, μια επιβαρυντική ζώνη σε όλες τις προαναφερόμενες χρήσεις και φυσικές ενότητες, αφού εντός των 136 αυτών στρεμμάτων  δίνεται η δυνατότητα να εγκατασταθούν Βιοτεχνικές εγκαταστάσεις χαμηλής όχλησης, Επαγγελματικά εργαστήρια χαμηλής όχλησης όπως Εγκαταστάσεις Χονδρεμπορίου • Εγκαταστάσεις αποθήκευσης • Εγκαταστάσεις εμπορικών εκθέσεων • Εγκαταστάσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Φωτοβολταϊκά, βιομάζα) • Εγκαταστάσεις Επεξεργασίας Λυμάτων • Σταθμός μεταφόρτωσης απορριμμάτων κ.α.

Κρίνεται αντιφατικό και αδιανόητο μέσα σε ένα ευρύ πεδίο επιλογών χωροθετήσεων εντός της Κοιλάδας να επιλέγεται ένα σημείο ακριβώς δίπλα στις οικιστικές επεκτάσεις, σε επαφή με υπάρχοντα ρυμοτομικά σχέδια, όπως αυτό του Αγίου Κωνσταντίνου και με ιδιαίτερες φυσικές ενότητες. Πράγματι η πρόσβαση διευκολύνεται μέσω μιας υφιστάμενης κεντρικής οδικής αρτηρίας αλλά όταν παράλληλα αυτή η αρτηρία αποτελεί μέρος της εικόνας και φυσιογνωμίας του Δήμου Ωρωπού θα πρέπει να συνυπολογιστούν κι άλλα στοιχεία και να δοθούν αντίστοιχα προτεραιότητες κι επιλογές έχοντας πάντα κατά νου ότι οι λειτουργίες που υποκρύπτουν έστω και οι μικρού μεγέθους βιομηχανικές μονάδες έχουν επιβαρυμένη δραστηριότητα και απόβλητα τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και το περιβάλλον.

Η προτεινόμενη χωροθέτηση θεωρούμε ότι δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ενώ υπάρχει η δυνατότητα χωροθέτησης «βιοτεχνικού πάρκου» στην ενδοχώρα του Δήμου, όπου δεν τίθεται θέμα όχλησης και γειτνίασης με οικιστικές περιοχές και φυσικές ενότητες, μακριά από περιοχές Α’ ή/και Β’ κατοικίας. Η χωροθέτηση στο εσωτερικό της κοιλάδας δεν θα προσθέσει κυκλοφοριακό φόρτο στην ήδη επιβαρυμένη από κυκλοφορία βαρέων οχημάτων Λεωφόρο Χαλκουτσίου που ας μην ξεχνάμε ότι με όλες τις νέες προτεινόμενες πολεοδομικές επεκτάσεις κατά μήκος της, θα πρέπει να μετατραπεί σε μία ασφαλή αστική οδό με πολλαπλά περάσματα για τη διευκόλυνση και προσβαση κατοίκων κι επισκεπτών και σε καμία περίπτωση σε οδό μεταφόρτωσης και διακίνησης εμπορευμάτων.

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ, ΤΙΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ και τις ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ:

1) Στη μελέτη δεν παρουσιάζεται ευκρινώς μία ανάλυση ποσοτική των μεγεθών των υφιστάμενων οικιστικών υποδοχέων και μία σαφής και πλήρης τεκμηρίωση των ποσοτικών αναγκών για τις προτεινόμενες νέες επεκτάσεις. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι παρατηρείται μία εμφανής απόκλιση στην τεκμηρίωση και παρουσίαση της εκτίμησης της αναγκαίας επιφάνειας για την επέκταση κάθε οικισμού ή οικιστικής περιοχής καθώς και στον προσδιορισμό των αναγκών σε κατοικία, κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους από την Α’ φάση του σχεδίου στην τωρινή Β1’ φάση. Για παράδειγμα στον τρόπο εκτίμησης προβολής πληθυσμού, υπολογισμού του εποχιακού/παραθεριστικού πληθυσμού ανά οικισμό/ενότητα, πληθυσμού αιχμής, κλπ.

2) Φαίνεται να μην έχει ληφθεί υπόψη ο πληθυσμός αιχμής της περιοχής μελέτης για τον υπολογισμό αναγκών σε υποδομή π.χ. κυκλοφορία, πράσινο ή τουλάχιστον δεν καθίσταται σαφές πώς χρησιμοποιήθηκε ο αναφερόμενος στη μελέτη ως πληθυσμός αιχμής στους διάφορους υπολογισμούς για τις διάφορες κοινωνικές και τεχνικές υποδομές και σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο ΦΕΚ 285Δ/2004 για τα σταθερότυπα και ειδικότερα στο Παράρτημα ΙΙ άρθρο Β, όπου ρητά προτείνεται για οικισμούς με έντονη τουριστική-παραθεριστική κίνηση στον υπολογισμό διαφόρων υποδομών π.χ πράσινο να λαμβάνεται υπόψη ο εποχιακός πληθυσμός και οι εξυπηρετήσεις που χρειάζεται. Ιδιαίτερα στο θέμα του υπολογισμού των απαραιτήτων επιφανειών για την κατηγορία Ε. Πράσινο-Ελεύθεροι χώροι παρατηρούνται ασάφειες, αστοχίες κι αναφορές τύπου: «Βέβαια στους οικισμούς της Κοιλάδας Ωρωπού, η δημιουργία εκτεταμένων ελεύθερων χώρων ως ένα βαθμό είναι πλεονασμός αφού ο εξωαστικός αδόμητος χώρος ενσωματώνεται στον δομημένο χώρο (δασικές εκτάσεις) και λειτουργεί ως ελεύθερος χώρος εντός των οικισμών. Στις περιπτώσεις αυτές οι σχετικές ανάγκες μπορούν να καλύπτονται εν μέρει από το φυσικό τοπίο που περικλείεται στους οικισμούς και που τις περισσότερες φορές ενσωματώνεται μέσα σε αυτούς ως αποτέλεσμα της φυσικής τους ανάπτυξης. Ωστόσο οι φυσικοί αυτοί χώροι δεν είναι διαμορφωμένοι και δεν μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες που παρέχουν οι διαμορφωμένοι για τον σκοπό αυτό κοινόχρηστοι χώροι που προτείνονται από την παρούσα μελέτη σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα σταθερότυπα». (Β1’ Φάση, σελ. 151). Χρειάζεται εδώ να διευκρινήσουμε ότι οι φυσικές ενότητες και ιδιαίτερα τα δάση έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά -δομικά, μορφολογικά, φυτικά, κλπ- και  ρόλο σε σχέση με τους αστικούς υπαίθριους κοινόχρηστους κι ελεύθερους χώρους πρασίνου και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να αντικαταστήσουν τις θεσμικά απαιτούμενες επιφάνειες πρασίνου μίας αστικής περιοχής παρά μόνο να συλλειτουργήσουν και να δημιουργήσουν ευρύτερα περιβαλλοντικά και οικολογικά δίκτυα.

3) Για την κατανομή του πληθυσμού απαιτείται η καταγραφή του κτιριακού αποθέματος σε όλα τα εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και στους οικισμούς που έχουν απογραφεί το 2001 και το 2011, ώστε να προκύψουν οι ανάγκες σε νέες επεκτάσεις. Από τα δεδομένα απογραφικά της ΕΛΣΤΑΤ για τα προαναφερόμενα έτη, δεν προκύπτει σε καμία περίπτωση ο ίδιος πληθυσμός αναφοράς για την επόμενη 20ετία, (μόνιμοι και εποχιακοί), βάσει του οποίου γίνονται οι περαιτέρω υπολογισμοί της μελέτης και κυρίως η αναλογία σε απαιτήσεις Α΄ και Β΄ κατοικίας. Από την ανάλυση των δεδομένων φαίνεται να είναι υπερεκτιμημένα τα πληθυσμιακά ποσοστά για την Α΄ κατοικία.

4) Σαν αποτέλεσμα των προαναφερόμενων είναι το γεγονός ότι οι τελικές προτάσεις πολεοδόμησης αφορούν ένα σύνολο περίπου 9.350 στρμ. με τις νέες προτεινόμενες επεκτάσεις να φθάνουν περίπου τα 5.500 στρμ. δλδ μία αύξηση περίπου 240% (2,4 φορές παραπάνω δομημένες εκτάσεις) και κυρίως σε περιοχές κατά ένα μεγάλο μέρος τους αδόμητες σήμερα.

 

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

  • Στον προτεινόμενο σχεδιασμό για την ενότητα Σκάλας-Ν. Παλατίων, δεν τίθενται προτεραιότητες πραγματικής αναβάθμισης του αστικού κέντρου της και δεν παρουσιάζεται μία ενδεικτική έστω προσέγγιση χωροθέτησης των ανοικτών ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου που απαιτούνται. Για παράδειγμα δεν προτείνεται ούτε ένας χώρος στάθμευσης, απαραίτητος κι αναγκαίος για τη λειτουργία της εμπορικής περιοχής, δεν απεικονίζονται χώροι πρασίνου και αναψυχής, παρά μόνο η μετατροπή του υφιστάμενου νεκροταφείου (13,6 στρμ.) σε αστικό πράσινο και πάρκο πόλης -μία πρόταση κατά την άποψή μας αόριστη κι ελλιπώς τεκμηριωμένη ιδιαίτερα όταν παράλληλα δεν αντιπροτείνεται άλλος κατάλληλος και δεσμεύσιμος χώρος. Ως επόμενο βήμα της «απομάκρυνσης» του νεκροταφείου προτείνονται επεκτάσεις τόσο δίπλα στο νέο πάρκο πόλης όσο και στο ρέμα του Αγίου Φανουρίου, στην είσοδό του στον οικισμό των Ν. Παλατίων, που χρόνια τώρα δικαιολογημένα παρέμεναν εκτός σχεδίου.
  • Η μελέτη προτείνει την οδό Μαρμαρά ως πρωτεύουσα οδική αρτηρία σε αντίθεση με αποφάσεις Δημοτικών Συμβουλίων που έχουν παρθεί εδώ και χρόνια και σε υλοποιημένα σχετικά πρόσφατα έργα που την έχουν μετατρέψει σε οδό ήπιας κυκλοφορίας, με σκοπό την αναβάθμισή της σε εμπορική οδό τύπου «ΕΡΜΟΥ». Άλλωστε η υφιστάμενη διαμόρφωση της οδού Μαρμαρά δεν προσφέρεται για τη λειτουργία της ως αποσυμφορητικής οδού, οπότε ούτως ή άλλως θα έπρεπε η μελέτη να προτείνει άλλη διαδρομή αποσυμφόρησης του αστικού κέντρου Σκάλας – Ν. Παλατίων.
  • Η επέκταση της Σκάλας φτάνει αναιτιολόγητα στον Οικοδομικό Συνεταιρισμό των Κρητών, βόρεια της Ν. Πολιτείας, και στον προφήτη Ηλία, που η ίδια η μελέτη, θεωρεί τον εν λόγω λόφο την Ακρόπολη του Ωρωπού, που χρίζει ιδιαίτερης προστασίας. Όσο αφορά τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό των Κρητών, να σημειώσουμε ότι από τον οικισμό Πευκί μέχρι τον Συνεταιρισμό μεσολαβεί μόνο καλλιεργήσιμη γεωργική γη, με ενιαία τεμάχια γης και αυτός πολεοδομείται σαν Α’ κατοικία.
  • Μετά τις καταστροφές στη Μάνδρα προτάθηκε να θεσμοθετηθεί ο καθορισμός παραποτάμιας/παραρεμάτιας ζώνης προστασίας τουλάχιστον 100μ. εκατέρωθεν κάθε όχθης για λόγους ασφάλειας και περιβαλλοντικής ανάδειξης. Η μελέτη προτείνει μία ζώνη προστασίας ΠΕΠ3 που ανάλογα με την προτεραιότητα του υδατορέματος παρουσιάζει ένα εύρος μεταξύ 30 – 100μ. (για λεπτομέρειες βλ. Β1’ Φάση, σελ. 80-81). Για παράδειγμα για τον Ασωπό ποταμό προτείνεται ζώνη προστασίας -εκατέρωθεν- 50μ. από οριοθετημένη όχθη και 100μ. από το φρύδι της όχθης (σε σημεία που δεν έχει γίνει οριοθέτηση) ενώ για υδατορέματα Β’ προτεραιότητας (π.χ. ρέμα Παλατίων) και Δ’ προτεραιότητας προτείνεται ζώνη προστασίας -εκατέρωθεν- 30μ. από οριοθετημένη όχθη και 50μ. από τη βαθιά γραμμή των ρεμάτων (μη οριοθετημένο). Το πλαίσιο αυτό προστασίας μοιάζει σαφές, ειδικά για τα τμήματα των υδατορεμάτων που διαπερνούν τις εκτός σχεδίου περιοχές, όμως δεν αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα προτεινόμενα προς πολεοδόμηση τμήματά τους. Για παράδειγμα τμήματα του Ασωπού ποταμού εντός πολεοδομημένων εκτάσεων (π.χ. Συκάμινο και Αγία Παρασκευή) ή του ρέματος μέσα στον οικισμό του Ωρωπού φαίνεται από τα διαγράμματα/χάρτες να αποκτούν μία ζώνη αστικού πρασίνου της οποίας το εύρος δεν προσδιορίζεται σαφώς. Επιπλέον εκατέρωθεν του ρέματος Βίριζας σε αντίθεση με τα όσα αναφέρονται στο πλαίσιο προστασίας που θέτει το ΡΣΑ για την «ανάδειξή τους ως ανοικτοί κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου με ήπιες λειτουργίες αναψυχής, αθλητισμού και άλλες ήπιες χρήσεις συμβατές με το περιβάλλον» (Β1’ Φάση, σελ. 81) η μελέτη προτείνει χρήσεις Τοπικού Κέντρου.
  • Ξεκινώντας από την Λεωφ. Χαλκουτσίου δεξιά έχουμε τον χώρο του ΙΚΑ που παίρνει από ότι μπορούμε να αντιληφθούμε την χρήση Πολιτισμός Εκπαίδευση ενιαία από τον χώρο των πρώην φυλακών, στο σχέδιο Π3.1, ενώ στο σχέδιο Π1 ο χώρος του ΙΚΑ μετατραπεί σε ζώνη προστασίας υγροτόπων.
  • Η περιοχή μετά το στάδιο (οδός Σταδίου) και μέχρι την οδό Αγίου Κωνσταντίνου, δεξιά της Λεωφ. Χαλκουτσίου που αρχικά ήταν εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου του Αγίου Κωνσταντίνου αλλά μέχρι σήμερα εμφανίζονταν σαν «οργανικό» τμήμα αυτής της οικιστικής περιοχής (δλδ. του Αγίου Κωνσταντίνου) προτείνεται περιέργως ως επέκταση του οικισμού της Σκάλας και εντάσσεται στη δική της ΠΕ.
  • Η μελέτη σε κανένα διάγραμμα/χάρτη δεν έχει αποτυπώσει και δεν παρουσιάζει τις δασικές ζώνες με την αιτιολογία ότι κατά την σύνταξη της μελέτης, οι δασικοί χάρτες δεν είχαν αναρτηθεί ενώ κατά την περίοδο εκπόνησης της μελέτης οι δασικοί χάρτες είχαν αναρτηθεί.
  • Η μελέτη και σε αυτή τη φάση της δεν άρει, όπως είχε παρθεί ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, τις ζώνες γεωλογικής ακαταλληλότητας. Αφαιρούσε η μελέτη στην Α΄ Φάση δύο οικοδομικά τετράγωνα σε όλο το μήκος του Βαρυκού και μια γωνία κοντά στον ιερό ναό του Αγίου Κωνσταντίνου, στο ρυμοτομικό σχέδιο του Αγίου Κωνσταντίνου. Ενώ στο κείμενο κάνει αναφορά στη δέσμευση της Α΄ Φάσης, σε κανένα σχέδιο της Β1 Φάσης δεν αποτυπώνονται τέτοιες περιοχές, ενώ στα δυο τμήματα που προτείνονται για επεκτάσεις της Σκάλας πριν και μετά το γήπεδο έχουν τα ίδια γεωλογικά χαρακτηριστικά  δεν υπάρχει αναφορά σε γεωλογικά δεδομένα. Τα γεωλογικά δεδομένα έπρεπε η μελέτη να είχε λάβει υπόψη της και σε κρίσιμα εδάφη, όπως μετά τα Πηγαδάκια που κατολισθαίνει η οδός, σε επιφάνειες με μεγάλες κλίσεις, για να έχει εικόνα τι μπορεί να οικοδομηθεί και τι όχι.
  • Η αιτιολογία που παρουσιάζεται για τις προτεινόμενες επεκτάσεις των ρυμοτομικών σχεδίων Βαρυκού και Αγίου Κωνσταντίνου είναι η πολεοδομική εξυγίανση. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «προκειμένου οι περιοχές αυτές να εξυγιανθούν πολεοδομικά και να ενοποιηθούν με τους οικισμούς Β’ κατοικίας Βαρυκό και Άγ. Κωνσταντίνο που αποτελούν τη φυσική συνέχειά με εξωτερικά όρια τον ποταμό Ασωπό στα δυτικά και την επαρχιακή οδό Σκάλας – Χαλκουτσίου στα νότια» (Β1’ Φάση, σελ. 129). Αυτή η άποψη αντιτίθεται στην πραγματικότητα της υφιστάμενης κατάστασης των προς ένταξης περιοχών για διάφορους λόγους. Στην περίπτωση του Αγίου Κωνσταντίνου η προτεινόμενη επέκταση των περίπου 276 στρμ. αφορά καθαρά γεωργική γη και μάλιστα υψηλής παραγωγικότητας, με μετρημένα τα υπάρχοντα κτίρια στα δάκτυλα των δυο χεριών. Είναι μια ζώνη με μεγάλες ιδιοκτησίες που η κάθε μια της, αφορά μεγάλες σε έκταση καλλιεργήσιμες επιφάνειες, που αδικαιολόγητα προκρίνεται για πολεοδόμηση.

Οι δύο παραθεριστικοί οικισμοί εγκρίθηκαν με χρονική διαφορά περίπου 17 χρόνων· το μεν ρυμοτομικό σχέδιο του Βαρυκού εγκρίθηκε το 1971-72 ενώ το ρυμοτομικό του Αγίου Κωνσταντίνου το 1988. Σε νούμερα λοιπόν έχουμε για το μεν Βαρυκό σε 47 χρόνια να έχει οικοδομηθεί λιγότερο από το 25% της γης, ενώ για τον Άγιο Κωνσταντίνο σε 31 χρόνια λιγότερο από το 40% της επιτρεπόμενης γης. Σημειωτέον ότι στον Άγιο Κωνσταντίνο υπάρχουν πολλές λυόμενες κατοικίες κατασκευασμένες πολύ πριν το 1979. Ο προβληματισμός που δημιουργείται λοιπόν είναι πώς αυτά τα σχέδια, τα οποία για δεκαετίες ολόκληρες δεν κάλυψαν τις οικιστικές ανάγκες τους, σε εποχές μάλιστα τρομερής Εθνικής και Τοπικής ανάπτυξης, να προκύπτει με μια ανάλυση της εν λόγω μελέτης -προφανώς ελλιπώς τεκμηριωμένης- χωρίς αξιόπιστους και ξεκάθαρους υπολογισμούς, ότι χρειάζονται επεκτάσεις οι οικισμοί, που δεν δομήθηκαν επαρκώς για δεκαετίες.

Χρησιμοποιούνται υπολογιστικοί πίνακες που έχουν φτιαχτεί παλαιότερα ήδη από το 2004, με δεδομένα μια Επικράτεια που είχε μια υπερμεγέθη ανάπτυξη και μια τεράστια ζήτηση σε γη, και ερχόμαστε να σχεδιάσουμε τις πόλεις μας στον Ωρωπό, με αναιτιολόγητα πληθυσμιακά μεγέθη, με μηδενική ζήτηση γης σήμερα και για πολλά ακόμη χρόνια όπως προκύπτει από τους φόρους στην ακίνητη περιουσία, μη λαμβάνοντας όλους τους παράγοντες που μειώνουν αντί να αυξάνουν τον μόνιμο πληθυσμό αυτών των οικισμών, όπως ανεργία, αυξημένο κόστος μεταφορών, διόδια, ελλιπή μέσα μαζικής μεταφοράς, κ.ά.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να σφάλουμε σε τεράστιο βαθμό, να ζητάμε τελείως αδόμητες εκτάσεις, να τις βαφτίζουμε επιτακτικά επεκτάσεις οικισμών, αφήνοντας έτσι εκτός εξυγίανσης διαμορφωμένους οικισμούς, που απαιτείται να παρέμβουμε όπως η Ν. Εκάλη, ο Πευκιάς, η Αγριλέζα, ο Αγ. Αθανάσιος, το Ν. Συκάμινο με το Μαδαρό, και το Σαραντάρι, αλλοιώνοντας εντελώς το εναπομείναν περιβάλλον του Ωρωπού.

Επιπλέον είναι προφανές ότι η μελέτη χρησιμοποιεί λάθος πληθυσμιακά στοιχεία, και επί μέρους υπολογιστικά στοιχεία, αφού καταλήγει σαν συμπέρασμα ότι οι απαιτούμενες υποδομές σε σχολεία μέχρι το 2031, για να καλύψει τους επιπλέον κατοίκους, ως εξής: 7 παιδικούς σταθμούς, 6 Ν/Γ, 4 ΔΣ, 5 Γυμνάσια και 4 Λύκεια.

Η μελέτη δεν προϋπολογίζει ως όφειλε, εκτός από τις δεκάδες υποστηρικτικές μελέτες που χρειάζονται για την ένταξη αυτών των περιοχών, και το κόστος των έργων υποδομής που χρειάζονται για να συνδεθούν οι νέες αυτές επεκτάσεις με τα δίκτυα αποχέτευσης, για απαλλοτριώσεις, για τις αστικές εξυγιάνσεις, για αντιπλημμυρικά έργα, για ασφαλτοστρώσεις και κάθε είδους υποδομές, μαζί και τις υποστηρικτικές μελέτες των έργων όσο και αυτές της ένταξης των περιοχών στο σχέδιο πόλεως, σημαίνει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, χρήματα που προφανώς ποτέ δεν θα έρθουν εάν δεν εξορθολογήσουμε τους σχεδιασμούς μας. Έχοντας υπόψη μας ότι το περίφημο έργο της αποχέτευσης των αστικών λυμάτων, που αφορά μόνο τους προϋφιστάμενους οικισμούς, Σκάλας-Ν. Παλατίων, Αυλώνα, Μαρκοπούλου και Συκάμινου, και δεν περιλαμβάνει κανένα άλλο εντός σχεδίου πόλεως οικισμό, όπως αυτό του Αγ. Κωνσταντίνου και του Βαρυκού, έχει προϋπολογιστεί στα 38 εκατομμύρια ευρώ, αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς το κόστος να ενταχθούν ακόμη και άλλες περιοχές εντελώς αδόμητες.

  • Η επέκταση του οικισμού του Βαρυκού γίνεται σύμφωνα με τη μελέτη για να εντάξει στο σχέδιο πόλεως τον οικισμό της Αγίας Παρασκευής, συνδυάζοντας ένα σχέδιο με πολύ χαμηλή δομημένη επιφάνεια και έτσι με μεγάλη περίσσεια γης για την κάλυψη του μόνιμου και παραθεριστικού πληθυσμού. Επέκταση που προτείνεται για πρώτη φορά, αφού μέχρι σήμερα η ένταξη του οικισμού της Αγίας Παρασκευής, προέκυπτε σαν επέκταση του Αγίου Κωνσταντίνου, για το λόγο ότι η αρτιότητα στο σχέδιο του Βαρυκού είναι τα 2 στρέμματα και ο συντελεστής δόμησης το 0,2, ενώ η κατάτμηση των αγροτεμαχίων στην Αγία Παρασκευή έχει αποδώσει πολλές ιδιοκτησίες που κυμαίνονται από κυρίως 250-300 τ.μ., οπότε και η εφαρμογή του συντελεστή 0,2 σε αυτές τις επιφάνειες θα έδινε τη δυνατότητα δόμησης μίας κατοικίας μόλις 50-60 τ.μ. ανά ιδιοκτησία. Αντίθετα οι όροι δόμησης και ο συντελεστής δόμησης από το σχέδιο του Αγίου Κωνσταντίνου, που είναι κλιμακωτός και ξεκινάει από το 0,30, δίνει την δυνατότητα για επαρκέστερη δόμηση σε μικρές ιδιοκτησίες.

Επίσης παρουσιάζει την ιδιαιτερότητα ότι για πρώτη φορά με αυτή την επιλογή της επέκτασης του σχεδίου του Βαρυκού, η επέκταση φτάνει στο Δέλτα του Ασωπού, ένα υγροτοπικό σύστημα που η ίδια η μελέτη προβάλει στους κρίσιμους περιβαλλοντικούς στόχους, για την προστασία του. Το αμέσως πιο περίεργο είναι ότι οι τελείως αδόμητες εκτάσεις πλησίον του Δέλτα του Ασωπού, που μέχρι σήμερα ήταν απαγορευτική ζώνη για τον οποιοδήποτε να τις πολεοδομήσει, τους δίνει χαρακτήρα αμιγούς κατοικίας,  ενώ θα μπορούσε να προστατεύσει με τον χαρακτηρισμό αυτό μόνο τα συνεκτικά κομμάτια και τις υπάρχουσες κατοικίες αφήνοντάς τες σε υπό πολεοδόμηση περιοχή, και τις αδόμητες εκτεταμένες εκτάσεις που σήμερα κυρίως είναι καλλιέργειες είτε να τις προστατεύσει προτείνοντας ακόμα και χρήση αστικών καλλιεργειών ή/και αστικού πρασίνου  (αν επιμένει στην πολεοδόμηση) είτε ένταξη σε ζώνη ΠΕΠΔ1 προστασίας γεωργικής γης κι αγροτικού τοπίου. Με τις επιλογές αυτές εξασφαλίζεται η οικονομία στην κατανάλωση του φυσικού κεφαλαίου, εξισορροπούνται οι συσχετίσεις στη μετάβαση από το υδάτινο στοιχείο απόλυτης προστασίας στις οικιστικές ζώνες και δίνονται πραγματικές δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης τόσο για το φυσικό όσο και το οικιστικό περιβάλλον.

  • Αυτή η μελέτη οφείλει με τις παρεμβάσεις της να δίνει το όραμα της ανάπτυξης για την περιοχή εφαρμογή της, να επιδιώκει με τις προτάσεις της, τη βελτίωση της ποιότητας της καθημερινότητας των κατοίκων της, την προστασία του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος και κυρίως να δίνει ριζοσπαστικές κι εφικτές λύσεις στα χρόνια προβλήματα, αποφεύγοντας να μετατραπεί σε «ευχολόγιο» μεταθέτοντας τελικά σε μελλοντικές μελέτες να επιλύσουν τα δύσκολα προβλήματα. Για παράδειγμα ένα τέτοιο πρόβλημα είναι ο  δρόμος που διαπερνά τον οικισμό του Χαλκουτσίου, που δεν διαθέτει στοιχειώδες πεζοδρόμιο για τους πεζούς, αλλά και συνθήκες ασφαλούς διάβασης της πλατείας Χαλκουτσίου και τους καλοκαιρινούς μήνες μετατρέπεται σε μια μεγάλη περιπέτεια. Με την προτεινόμενη αύξηση της πολεοδομούμενης γης στην ενότητα του Χαλκουτσίου, είναι προφανές ότι η Λ. Χαλκουτσίου θα είναι αδιαπέραστη οποιαδήποτε εποχή. Απαιτείται λοιπόν η λύση μιας παρακαμπτηρίου οδού, που λόγου χάρη θα μπορούσε να είναι η Αγ. Αθανασίου σε συνδυασμό με άλλες οδούς, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα διοχέτευσης της μεγάλου κυκλοφοριακού φόρτου που δέχεται η παραλιακή οδός Χαλκουτσίου.
  • Με την ίδια λογική η μελέτη, δεν αντιμετωπίζει τρία από τα μεγαλύτερα υπαρκτά περιβαλλοντικά προβλήματα της περιοχής, τα οποία είναι η διαχείριση των οικοδομικών μπαζών και αποβλήτων, η διαχείριση των αστικών σκουπιδιών και κυρίως η ανακύκλωσή τους και τελευταίο αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο τη χωροθέτηση της μονάδας βιολογικού καθαρισμού των υγρών αστικών αποβλήτων. Είναι πραγματικά δύσκολο κανείς να αντιληφτεί πώς μια μελέτη που υποτίθεται λαμβάνει υπόψη της κάποιους στρατηγικούς στόχους, εντοπίζοντας αυτά τα κρίσιμα προβλήματα, δεν τα επιλύει τουλάχιστον σαν πρόταση χωροθέτησης, αλλά τα παρακάμπτει κάνοντας απλές διαπιστώσεις. Απαιτείται λοιπόν η μελέτη να κάνει τα εξής:
    • Να χωροθετήσει κατάλληλο χώρο για τη διαχείριση των οικοδομικών μπαζών, απαλλάσσοντας έτσι την τεράστια περιβαλλοντική ρύπανση που προκύπτει από την απόρριψή τους σήμερα ανεξέλεγκτα σε ρέματα, παραλίες, υδροβιότοπο δέλτα του Ασωπού ακόμη και σε ιδιωτικές εκτάσεις. Δεν μπορεί μάλιστα να αποτελεί άλλοθι η πιθανή πρόταση χωροθέτηση σε άλλη Ενότητα του Δήμου που είναι εκτός της ενότητας που απασχολεί η σημερινή μελέτη, προτείνοντας έτσι το δικό μας πρόβλημα να γίνει πρόβλημα του διπλανού μας.
    • Να προτείνει 2-3 πράσινα σημεία και έκταση για τη διαλογή και επεξεργασία των ανακυκλούμενων προϊόντων, που να έχουν έκταση 2-3 στρμ. το κάθε σημείο, ώστε να υπάρξει η δυνατότητα ο ίδιος ο Δήμος ή και ιδιώτες να αξιοποιήσουν τα υλικά αυτά που θα συμβάλουν τόσο στην ουσιαστική βελτίωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος όλου του Δήμου, αλλά και θα εξασφαλίσουν και μια σοβαρή οικονομική ανάπτυξη της περιοχής.
    • Η μελέτη στο Β1 στάδιό της δεν αποτυπώνει ως όφειλε την ήδη αποφασισμένη από το Δημοτικό Συμβούλιο, θέση χωροθέτησης της μονάδας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, του βιολογικού καθαρισμού των λυμάτων αυτών, 3,5 χιλιόμετρα νοτίως του οικισμού του Συκαμίνου, όταν δεν υπάρχει πρόσφατη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου για την αλλαγή της εν λόγω χωροθέτησης και όταν ο επικεφαλής του Δήμου, ο Δήμαρχος Ωρωπού σε τρεις δημόσιες τοποθετήσεις του, στην Ομοσπονδία Συλλόγων Ωρωπού, έχει απορρίψει την όποια αλλαγή την επιλεγμένη αυτή θέση.
  • Θα πρέπει να αναφέρεται σαφώς και ρητώς σε κάθε κεφάλαιο μεταβατικών διατάξεων ότι υφιστάμενες μη οχλούσες χρήσεις κι εγκαταστάσεις όπως είναι για παράδειγμα οι υπάρχουσες κατοικίες -πολλές από αυτές λυόμενες και κατασκευασμένες από τα μέσα της δεκαετίας του 1970- να διατηρούν την υφιστάμενη χρήση/δραστηριότητα στο γήπεδο επί του οποίου έχουν ανεγερθεί και να μπορούν να επισκευάζονται για λόγους χρήσεως, συντήρησης και υγιεινής.

 

Κλείνοντας θέλουμε να επισημάνουμε ότι η μελέτη χρήζει αναθεώρησης, περαιτέρω βελτίωσης, συμπλήρωσης με όλα τα παραπάνω στοιχεία, διόρθωσης των προφανών αστοχιών και ολοκλήρωσης της τεκμηρίωσής της. Κυρίως όμως πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην πολεοδόμηση και έτσι στην αστική τους εξυγίανση, σε όλους τους διαμορφωμένους οικιστικούς θύλακες, δηλαδή όλες τις πυκνοδομημένες περιοχές της περιοχής, που σήμερα είναι εκτός σχεδίου πόλεως, όπως είναι η Ν. Εκάλη, η Δροσιά, ο Πευκιάς, η Πάντενα, η Αγριλέζα, το Ν. Συκάμινο με το Μαδαρό, το Ν. Σαραντάρι, ο Άγιος Αθανάσιος, οι επεκτάσεις στο χωριό Ωρωπός, αυτούς που δίνουν ζωή στο Δήμο Ωρωπού και είναι το ζωντανό κύτταρο του, και αποτελούν την ισομερή  οικιστική ανάπτυξη στο έδαφος της περιοχής. Απαιτείται να προχωρήσει σε ριζοσπαστικές λύσεις όσο αφορά την προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος όπως αναφέρθηκε διεξοδικά στις πιο πάνω παρατηρήσεις.

Εμείς το μεγαλύτερο Δευτεροβάθμιο Όργανο των κατοίκων της Κοιλάδας του Ωρωπού, με 45 Εξωραϊστικούς, Πολιτιστικούς και Εμπορικούς Συλλόγους Μέλη μας, θέλουμε αυτές οι παρεμβάσεις μας, πέρα από Πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες, να συμβάλλουν στην ταχεία και βιώσιμη ανάπτυξη του Ωρωπού, με οδηγό μια αξιόπιστη μελέτη/πρόταση, που θα οδηγήσει στην καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της γης, των πόρων της περιοχής και στην ανάδειξη του μοναδικού περιβάλλοντος της, είτε αφορά τον φυσικό είτε τον ιστορικό πλούτο της.

Για το ΔΣ της ΟΣΩ

Ο Πρόεδρος

Γιώργος Χρ. Παναγόπουλος

[1] Ε.Ο.Ε. και WWF, (2008). Προκαταρκτική μελέτη δαχείρισης, προστασίας και ανάδειξης υγροτόπου Σκάλας Ωρωπού.

Λαγκαδινού, Ε., (κ.ά.), (2009). Προμελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων: Έργα προστασίας και ανάδειξης υγροτόπου στη θέση Αλυκές Ωρωπού και δημιουργία πρότυπου οικολογικού πάρκου.

Μωραϊτης Κ. & Χελιδώνη Κ. (2013), Οριστική Αρχιτεκτονική Μελέτη: Προστασία και ανάδειξης υγροτόπου στη θέση Αλυκές Ωρωπού και δημιουργία πρότυπου οικολογικού πάρκου.