”Τα…σκόρπια μου για τον δικό μου Μαζώ” – Από τη Θεοδώρα Δέδε
Κάθισε στον θρόνο ως λαϊκός…αυτοκράτορας, με τις χρυσές φωνητικές χορδές, αλλά και με σκαλισμένες ψυχής πληγές …Και σώματος…Τα περισσότερα τα μοιράστηκε με το αγαπημένο του κοινό, τ’ άλλα τα ψιθύρισε ο αγέρας…
Ενας θρόνος, που, ακόμη και τώρα, δεν θα μείνει άδειος…Γιατί ανήκει, δια παντός, στην ταλαίπωρη ψυχή, που, με τη μελωδική του…αυτογνωσία, τον κατέκτησε, κατακτώντας, πριν, όλους εμάς, το κοινό του, προσπαθώντας να μας μάθει, τι το δικό του ”αγαπώ σημαίνει’’…
Αλλά ο ταπεινός αναζητητής της διασταύρωσης των λεωφόρων τής αλήθειας και της αγάπης, που ”ποτέ το χρήμα δεν έκανε θεό, τη φαντασία έκανε αρχηγό’’, προφητικά, μας είχε τραγουδήσει και αυτό: ‘’Θάλασσες μάς χτυπούνε κι είμαστε μονάχοι, κρίνουμε των αλλονών τα λάθη. Μείνανε στη μέση τα όνειρά μας, μια στιγμή κρατάει η χαρά μας’’…Αλλά εσύ ‘’δεν φοβόσουν τους άλλους, μόνο εσένα’’, γιατί: ‘’αγγέλους είχες μαζί σου, όταν πάλευες να βγεις απ’ την κόλασή σου’’ …
Τουλάχιστον, ελπίζουμε ‘’να γύρισες, πια, στην παλιά σου γειτονιά’’, γαλήνιος, γιατί θα ανήκεις ολοκληρωτικά σ’ εσένα και στα γαλάζια – όπως την, σαν αθώου παιδιού, ματιά σου – όνειρά σου… Μακάρι, να πας μια βόλτα στα παλιά, στη Νίκαια, στην Κοκκινιά, να πιεις κρασί και να μεθύσεις, στον Πειραιά να ξενυχτήσεις, αφού μεγάλωσες, νοστάλγησες αυτά που πίσω άφησες και η καρδιά σου είναι μόνη και το βράδυ αυτό, εκτός από εσένα κι εμάς μας λιώνει’’…
Κι όσο για τον άδικο χαμό σου -που δεν θ’ αργήσει να βρει λύτρωση…- σαν να σ’ ακούω: ‘’Δεν γουστάρω παραμύθια, το μυαλό η απάτη μου τρυπάει, θέλω μονό την αλήθεια, την αλήθεια όσο κι αν πονάει’’…
Εδώ, να ξέρεις, τώρα, που ‘’σαν γυαλί έσπασες και η ζωή σου σαν καπνός σκόρπισε’’, ‘’ξημερώνει, η μέρα – άπειρα- λόγια στον αέρα, άλλο ένα πρωί στην παλιοζωή’’ για το πώς εξαφανίστηκες και πώς σε βρήκε -του χάρου- η ‘’σφαίρα’’…
Και κοίτα, που δεν μπορώ ν’ απαλλαγώ απ’ τους τραγουδισμένους, από εσένα -τόσο εσύ!…- στίχους:
‘’Να νοιώθεις σαν θεός και δυνατός για μια στιγμή…
Μα, ύστερα από λίγο το όνειρο να τελειώνει
και το σώμα σου ν’ αρχίσει να παγώνει…
Να τρέμεις, σβήνει η ζωή σαν φλόγα από κερί’’..
Σαν να σ’ ακούω να φωνάζεις:
‘’Θεέ μου, σου ζήτω συγνώμη, αν τώρα κλαίω,
πριν χαθώ, όμως, πες μου ένα τελευταίο:
Πού ήσουνα το βράδυ εκείνο, που ήμουνα παιδί’’;…
Για να συμπληρώσουμε εμείς:
Πού ήσουνα το βράδυ εκείνο, που δεν θα ξαναμοίραζε, όπως πάντα, γενναιόδωρα, το χρυσάφι τού σπάνιου ερμηνευτικού ηχοχρώματός του στη ζωή;…

