Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
Πρωτιά στα ελληνικά ταμεία για το “Σκιές στο Σκοτάδι” του Στίβεν Σόντερμπεργκ που έφερε σχεδόν 15.000 θεατές στις αίθουσες, στο μόνο καλό άνοιγμα των τελευταίων εβδομάδων.
Πίσω του στη 2η θέση το “Anora”, που συνεχίζει να παίρνει μια τιμιότατη ώθηση από τα Όσκαρ και έκοψε άλλα 5.700 εισιτήρια 4ημέρου – προφανώς υπήρξε word of mouth και νέος κύκλος κουβέντας πάνω στην ταινία, που ώθησε αρκετούς θεατές να την (ξανα)δουν. Βρίσκεται στις 66.000 εισιτηρίων αυτή στιγμή, ένα πολύ καλό σύνολο.
Στον αντίποδα, οι “Πικρές Αλήθειες” του Μάικ Λι ψιλο-εξαφανίστηκαν με 871 εισιτήρια, ένα μεγάλο κρίμα για μια ταινία (και μια κεντρική ερμηνεία) που αξίζει να έχετε δει.
Να αναφέρουμε επίσης πως το κινέζικο “Άγριες Πληγές” συνεχίζεται για δεύτερη εβδομάδα στο Άστυ – είναι μια σαφώς αρκετά πιο σινεφίλ πρόταση, ένα υβριδικό κινηματογραφικό κολάζ/remix που δε μοιάζει με απολύτως τίποτα άλλο. Για τους πιο θαρραλέους θεατές, αξίζει μια ευκαιρία όσο το προλαβαίνετε.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Χιονάτη
(“Snow White”, Μαρκ Γουέμπ, 1ω49λ)
★½
Η Ρέιτσελ Ζέγκλερ προσπαθεί να ξεφύγει από την μανιακή Γκαλ Γκαντότ (Χιονάτη και Κακιά Μάγισσα αντίστοιχα) σε αυτό το live-action ριμέικ της κλασικής ταινίας κινουμένων σχεδίων του 1937.
Σε 25 λέξεις: Αναποφάσιστο ως προς το κατά πόσο θα ανανεώσει ή όχι το –σχεδόν ενός αιώνα– κλασικό κείμενο, οπτικά άνευρο, με απόκοσμο CGI για τους Επτά Νάνους. Φωνάρα η Ζέγκλερ αλλά δεν σώζει ένα ακόμα κακό ντισνεϊκό ριμέικ.
Κριτική
Ως προς την τάση των ντισνεϊκών live-action ριμέικ, η ταινία του Μαρκ Γουέμπ (πάλαι ποτέ υποσχόμενου σκηνοθέτη του “(500) Μέρες με τη Σάμερ”) δεν είναι ακριβώς σαν τις άτεχνες φωτοκόπιες που έχουμε δει τελευταία σαν τον “Βασιλιά των Λιονταριών”. Αν μη τι άλλο, δείχνει μια αρχική διάθεση να ανανεώσει ελαφρώς έστω το ορίτζιναλ κείμενο. Γιατί εμβληματικό μπορεί να είναι, αλλά στα 88 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την ταινία του ‘37 που εκκίνησε επισήμως την ντισνεϊκή animation αυτοκρατορία, υπάρχουν πράγματα που μοιάζουν τόσο παρωχημένα που δε θα περίμενες να δεις σε σινεμά σήμερα.
Είτε όμως μιλάμε για τον πρίγκιπα-stalker, είτε μιλάμε για τους –όπως είπε ο Πίτερ Ντίνκλατζ– «εφτά νάνους που ζουν μέσα σε μια σπηλιά», αυτό το ριμέικ μοιάζει να αναγνωρίζει πως πρέπει να επέμβει αλλά χωρίς να ξέρει ακριβώς πώς. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που αιωρείται αμήχανα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα, με μια κακή τρίτη πράξη, με ένα απόκοσμα άσχημο CGI των εφτά… ό,τι είναι τελοσπάντων σήμερα οι εφτά κύριοι που φιλοξενούν τη Χιονάτη όσο κρύβεται από την κακιά βασίλισσα. Και, κυρίως, δίχως την αίσθηση πως υπήρχε οποιοδήποτε take για να ειπωθεί η ιστορία εκ νέου, καμία αληθινή διάθεση.
Η Ρέιτσελ Ζέγκλερ που πρωταγωνιστεί, πήρε το ρόλο πριν καν βγει το “West Side Story” (για το οποίο κέρδισε Χρυσή Σφαίρα) και από το αποτέλεσμα καταλαβαίνει εύκολα κανείς το γιατί. Μοιάζει φανταστικά με έναν χαρακτήρα σαν της Χιονάτης, και η φωνή και η όλη της λαμπερή αύρα δίνουν στο φιλμ ζωντάνια. Όμως δεν υπάρχει τίποτα γύρω της. Κι η Γκαλ Γκαντότ, ως κακιά, στοχεύει στο (μετριοπαθές) camp, σε μια ταινία χωρίς ίχνος camp στο DNA της.
Αν θέλετε πάντως να δείτε πολύ ευρηματικές και εντυπωσιακά όμορφες πρόσφατες εκδοχές του παραμυθιού, αναζητήστε το “Blancanieves” με τη Μαριμπέλ Βερντού και το “Καθρέφτη, Καθρεφτάκι Μου” με τη Τζούλια Ρόμπερτς, αμφότερα του 2012. Η “Χιονάτη” του ‘25 δεν έχει τίποτα να προσθέσει.
September Says
(Αριάν Λαμπέντ, 1ω40λ)
★★★
Η Τζουλάι κι η Σεπτέμπερ είναι αχώριστες αδελφές: Η Σεπτέμπερ είναι προστατευτική, ενώ η Τζουλάι είναι γεμάτη περιέργεια για τον κόσμο. Όταν η Σεπτέμπερ παίρνει αποβολή, η Τζουλάι πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνη της. Στη διάρκεια διακοπών στην ύπαιθρο, η σχέση των δύο αδελφών με τη μητέρα τους θα δοκιμαστεί επίπονα.
Σε 25 λέξεις: Σκηνοθετικό ντεμπούτο για την Αριάν Λαμπέντ, μια διασκευή του βιβλίου της Ντέιζι Τζόνσον. Τρυφερό όσο και σκληρό, συναισθηματικά και αφηγηματικά πολύπλοκο σινεμά με σιγουριά στο σκηνοθετικό βλέμμα και έξοχες ερμηνείες.
Κριτική
Μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο για την Αριάν Λαμπέντ, μια από τις κατεξοχήν φιγούρες του Greek Weird με βραβείο ερμηνείας στη Βενετία για το “Attenberg”. Υπάρχει σε σημεία και της δικής της ταινίας κάτι από εκείνο το σινεμά της αποστασιοποίησης, αλλά με μια κάπως πιο έντονη τρυφερότητα. Είναι πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις την κληρονομιά των καλλιτεχνικών επιρροών, όχι μόνο από τους άμεσους συνεργάτες της δημιουργού, αλλά κι από τη δουλειά της ως ηθοποιού σε έργα σαν το “Attenberg” και τις “Άλπεις” και πώς αυτή εμπλουτίζει το σκηνοθετικό της, πια, βλέμμα.
Δύο αδερφές, πολύ κοντά η μία στην άλλη, συναντούν προβλήματα στο σχολείο χάρη στη συμπεριφορά της Σεπτέμπερ, η οποία προσπαθεί πάντα να υπερασπίζεται την Τζουλάι, η οποία έχει μεγάλη περιέργεια για τον κόσμο – έναν κόσμο που πάντως δεν τους φέρεται καλά, κρατώντας τες στο περιθώριο. Όταν η Σεπτέμπερ αποβληθεί, οι δυο τους μαζί με τη μητέρα τους, η οποία είναι στα όρια της κατάθλιψης, θα βρεθούν στην ιρλανδική ύπαιθρο όπου θα επιχειρήσουν να βρουν ξανά συνδέσεις από την αρχή. Εκεί όμως οι δοκιμασμένες σχέσεις τους θα τεσταριστούν σκληρά.
Τρυφερό ως πορτρέτο επικοινωνίας μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν μπορεί (ή δε θέλει) να τις κατανοήσει, με μια αισθητική προσέγγιση που εντοπίζει το γοτθικό στοιχείο μέσα στην εικονογραφία της κοφτερής υπαίθρου, το φιλμ αποτελεί διασκευή του λογοτεχνικού ψυχολογικού θρίλερ “Sisters” της Ντέιζι Τζόνσον. Εντοπίζει και αποτυπώνει τόσο την ανθρωπιά στην επικοινωνία ενός κοντινού δεσμού που μοιάζει να ξεπερνάει τους συμβατικούς κώδικες, όσο και τον παγωμένο τρόμο της σκληρής ενηλικίωσης και μιας πραγματικότητας αποξένωσης που κανείς (άλλος) δεν μπορεί να κατανοήσει.
Το βαρύ φινάλε έρχεται να ακολουθήσει μια τολμηρή δομική απόφαση στην αφήγηση, που ίσως και να καπελώνει λίγο άτσαλα την προσεγμένη σκιαγράφηση χαρακτήρων. Όμως είναι αναμφίβολα μια εξαιρετικά δυνατή ιστορία, κι ενώ το χέρι της Λαμπέντ έχει μια σιγουριά κι η ίδια έχει βλέμμα και κατανόηση στο πώς να διαχειριστεί μια πολύπλοκη συνθήκη όπως αυτή του φιλμ.
Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών – περιμένουμε ακόμα μεγαλύτερα πράγματα στο σκηνοθετικό μέλλον της Λαμπέντ.
Σε Μια Άγνωστη Χώρα
(“To a Land Unknown”, Μαχντί Φλάιφελ, 1ω24λ)
★★★
Δύο παλαιστίνιοι πρόσφυγες ζουν στην Αθήνα και προσπαθούν να μαζέψουν λεφτά για να βγάλουν πλαστά διαβατήρια και να φύγουν για την κεντρική Ευρώπη. Όταν χάσουν όσα έχουν μαζέψει, δεν φοβούνται πια να ρισκάρουν τα πάντα.
Σε 25 λέξεις: Κοινωνική περιπέτεια που δεν πρωτοτυπεί αισθητικά ή αφηγηματικά όμως έχει μια καθηλωτική αίσθηση αστικής αμεσότητας. Τα πάντα μοιάζουν αληθινά (και αδιέξοδα), σε μια Αθήνα-καθαρτήριο.
Κριτική
Δύο παλαιστίνιοι πρόσφυγες θέλουν με κάθε τρόπο να καταφέρουν να φύγουν από την Ελλάδα και να πλησιάσουν τη Γερμανία ή/και την Ιταλία. Στην ταινία, γυρισμένη εμφανώς από έναν άνθρωπο που γνωρίζει τα στενά της πόλης και δεν βρίσκεται εδώ ως τουρίστας, η Αθήνα εκπροσωπεί μια ενδιάμεση κατάσταση στην οποία δε φτάνεις βάσει σχεδίου και δεν σε αφήνει να φύγεις.
Μια πόλη-καθαρτήριο στην οποία κανείς από τους ήρωες δε μοιάζει να συναντά αυτό που πραγματικά θέλει από μια αστική ζωή, και όπου ο Τσατίλα κι ο Ρέντα μέσα από διάφορες κλοπές προσπαθούν να βγάλουν τα λεφτά που χρειάζονται για να βγάλουν διαβατήριο και να φύγουν. Οι καταβολές του σκηνοθέτη είναι στο ντοκιμαντέρ κι αυτό φαίνεται από το πώς κινηματογραφεί τόσο την πόλη, όσο και τους ήρωές του: Με μια κυριολεκτική αίσθηση και με μια ματιά που ποτέ δεν επικρίνει – μόνο παρατηρεί και μεταδίδει.
Λίγες οι εκπλήξεις στην ταινία, τόσο σε αφηγηματικό όσο και σε αισθητικό επίπεδο, αλλά πρόκειται για μια κοινωνική περιπέτεια που δεν σε αφήνει ποτέ να την απορρίψεις ως αδιάφορη. Βραβείο Κοινού στο 65ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας για τον Μαχμούτ Μπάκρι (που παίζει τον Τσατίλα).
Η ταινία, ελληνική συμπαραγωγή της Homemade Films, με έναν ρόλο-κλειδί για την Αγγελική Παπούλια, έκανε πρεμιέρα στις περσινές Κάννες με το επιτελείο του φιλμ να σηκώνει περήφανα την παλαιστινιακή σημαία μέσα στο θέατρο Croisette, σε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές του φεστιβάλ.

