Γράφει η Σοφία Μπασκάκη, Δημοσιογραφος
Ο χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας καθορίζει την απόσταση της σχέσης μεταξύ της οργανωμένης θρησκείας και του εθνικού κράτους, ώστε να λειτουργούν ως ανεξάρτητοι οργανισμοί.
Οι βαθμίδες διαχωρισμού διαφέρουν κι εξαρτώνται από την ισχύουσα νομική δομή και την κρατούσα άποψη όσον αφορά στη σωστή σχέση μεταξύ θρησκείας και πολιτικής.
Σε περίπτωση που ο διαχωρισμός είναι «φιλικός», υπάρχει περιορισμός και στις δύο πλευρές, ώστε να μην αναμειγνύονται η μία στα ζητήματα της άλλης. Εάν όμως είναι «εχθρικός», η Εκκλησία αποκόπτεται επί της ουσίας από το Κράτος, αυτονομείται οικονομικά και η θρησκευτική εκπαίδευση, οι θρησκευτικές τελετουργίες και η δημόσια επίδειξη πίστης περιορίζονται «κεκλεισμένων των θηρών».
Παρατηρείται μια μακρά παράδοση αλληλεξάρτησης Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα, ήδη από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους το 1832. Η ανάμειξη του ενός στο άλλο και αντιστρόφως, είναι πολυεπίπεδη και δημιουργεί αυτή τη σχέση αλληλεξάρτησης.
Κατά περιόδους, το θέμα του διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας επανέρχεται στο προσκήνιο, χωρίς όμως να καταλήγει σε κάποια μεταβολή των κυρίαρχων δεδομένων. Οι όποιες προτάσεις από την πλευρά των πολιτικών, παρέμεναν, μέχρι χθες, στις καλένδες, καθώς κανείς δεν αναλάμβανε τελικά την πολιτική ευθύνη για ρηξικέλευθές αλλαγές.
Σήμερα η κυβέρνηση φέρνει το θέμα στο τραπέζι των συζητήσεων δείχνοντας αποφασισμένη να προχωρήσει στο διαχωρισμό. Οι ισορροπίες όμως είναι λεπτές και διακριτές, οπότε τίθεται το ερώτημα «μέχρι που είναι αποφασισμένη να φτάσει η Κυβέρνηση;», αφού τελικά από την θέση του πλήρους διαχωρισμού, πέρασε στις γενικόλογες τοποθετήσεις.
Μετά το κοινό ανακοινωθέν του Πρωθυπουργού και του Αρχιεπισκόπου, αλλά και από τις θέσεις της κυβέρνησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος, γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι ο «ιερός δεσμός» μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας παραμένει, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει.
Πάραυτα, ο πλήρης χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας παραμένει ένα σύνθετο ζήτημα, που δεν λύνεται απλώς με διατάγματα, αφού πρόκειται για δύο αλληλοσυγκρουόμενες αλλά και αλληλεξαρτώμενες εξουσίες. Η επιρροή που ασκεί η Εκκλησία στην Πολιτεία είναι καθοριστική και δεν αφορά μόνο το θεσμικό πλαίσιο, αλλά κυρίως την πολιτική δύναμη που έχει η Εκκλησία, καθώς ελέγχει ψήφους. Γεγονός που καμία συμφωνία και κανένας νόμος δεν μπορεί να το αλλάξει.
Δεδομένου αυτού, η πιθανή εκδοχή ενός υποτυπώδους διαχωρισμού μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα, θέτει έναν σοβαρό προβληματισμό. Κατά πόσο η Εκκλησία θα ισχυροποιηθεί, με αποτέλεσμα να γίνει «Κράτος εν κράτει» και κατά πόσο η Πολιτεία θα ζει στη σκιά, όχι ενός Παντοδύναμου Θεού, αλλά ενός Παντοδύναμου Οργανισμού.

