Η τελευταία αγκαλιά

Της Σοφίας Μπασκάκη

Βρέθηκαν, λέει, αγκαλιά. Ήταν μητέρα με παιδί, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προστατέψει το σπλάχνο της. Ήταν ηλικιωμένο ζευγάρι, που έμεινε μέσα στο χωροχρόνο για πάντα μαζί. Ήταν οικογένεια, που έφυγαν μαζί, όπως έζησαν μαζί, αγαπημένοι . Ήταν άγνωστοι μεταξύ τους, που μοιράστηκαν το τελευταίο βλέμμα απόγνωσης.

Η ανθρώπινη ύπαρξη αποτυπώνεται μέσα από την αγκαλιά. Κουρνιάζουμε μέσα της για να κρυφτούμε από τη δυστυχία και να αντέξουμε.

Η ανθρώπινη αγκαλιά θα έπρεπε να είναι πυρίμαχη. Να δημιουργεί ένα πέπλο προστασίας, που καμιά φωτιά να μην μπορεί να προσπελάσει. Μπορεί και να το έκανε. Μπορεί όσοι κάηκαν αγκαλιασμένοι να σώθηκαν κατά ένα τρόπο. Εκεί, στα αποκαΐδια, έπλεξαν τις ψυχές τους μέσα σε μια τελευταία αγκαλιά, σωτήρια.

Ίσως, όταν καταλαβαίνεις ότι η ζωή σου τελειώνει τόσο απρόσμενα και τόσο ξαφνικά, όταν βλέπεις το θάνατο να καλπάζει πάνω σου από το πουθενά, ο κάθε άνθρωπος που βρίσκεται δίπλα σου και μοιράζεται την ίδια αγωνία και φρίκη, γίνεται ο δικός σου άνθρωπος. Μάνα, πατέρας, αδελφός, το παιδί σου… Και τότε οι ξένοι γίνονται ένα, ψυχή και σώμα, μέσα σε μια τελευταία αγκαλιά.

Απέναντι στην κοινή όλων μακάβρια μοίρα, έψαξαν το άγγιγμα, την ανθρώπινη επαφή, την ανάγκη να μην είναι μόνοι την στερνή τους στιγμή. Μέσα στις φλόγες και στην πύρινη λαίλαπα που τους κατάπιε, θέλησαν να νιώσουν μια άλλη ξεχωριστή ζεστασιά, αυτή του ανθρώπινου σώματος κι αγκαλιάστηκαν, για να αντιμετωπίσουν το θάνατο παρέα.

Τα βλέμματα αντικρυστά, να σβήνουν το ένα μέσα στο άλλο, θολά από τους πυκνούς καπνούς. Τα πιο μεγάλα μυστικά αντάλλαξαν μέσα από τις ματιές τους, εκεί αγκαλιασμένοι, τυλιγμένοι στις φλόγες.

Το θανατικό έριξε βαριά τα δίχτυα του αυτό το καλοκαίρι. Την ευθύνη του χαμού την πήρε όλη το φεγγάρι. Και μάτωσε.  Από τις σπαρακτικές κραυγές, από τα απελπισμένα δάκρυα, από τα ανείπωτα αντίο, από τη δύναμη της τελευταίας αγκαλιάς.

Και έτσι ματωμένο καρφώθηκε, σαν το Χριστό στο Σταυρό, σε έναν μαύρο σιωπηλό ουρανό.