Του Ανδρέα Κάτσενου
Η Ευρώπη Θρηνεί η Μ, Βρετανία χαίρεται.
Η Ευρώπη από, χθες, ζει μια νέα πραγματικότητα. Η Μεγάλη Βρετανία αποχώρησε από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η σημαία της έχει υποσταλεί από το Ευρωπαϊκή Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες. Θεωρείται πλέον μετά απ΄ο47 χρόνια τρίτη χώρα.
Το να επιχειρήσει κανείς στην παρούσα φάση να αποτιμήσει τις συνέπειες αυτής της απόφασης του Βρετανικού λαού είναι σίγουρα αδόκιμο και επισφαλές. Άκαιρο.
Το βέβαιον είναι ότι η Ε.Ε. είναι πια φτωχότερη. Φτωχότερη και πολιτικά και οικονομικά. Η Βρετανία κλείνεται στον εαυτό της. Κλείνει τα σύνορά της ενώ διαμορφώνονται νέες συνθήκες στους πολίτες που διαμένουν η εργάζονται εκεί αλλά και τις επιχειρήσεις ξένων χωρών. Συνθήκες αχαρτογράφητες που ακόμη δεν μπορούν να είναι γνωστές καθώς τους επόμενους μήνες θα ακολουθήσουν σκληρές διαπραγματεύσεις για το καθεστώς σύνδεσης με την Ε.Ε.
Η αλήθεια είναι ότι η Βρετανία προσέφερε μεγάλα ποσά στην Ε.Ε. και, κυρίως, στον τομέα της στήριξης Κοινοτικών Προγραμμάτων προς τις νέες χώρες, μέσω του κοινού Ευρωπαϊκού Προϋπολογισμού.
Είναι ,επίσης, αλήθεια ότι η Βρετανία ήταν πάντα δορυφόρος και ο καλύτερος σύμμαχος των ΗΠΑ με την εξωτερική και οικονομική πολιτική της να είναι σχεδόν σε ευθεία γραμμή με τις προθέσεις της πέραν του Ατλαντικού υπερδύναμης. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η ενέργεια της αυτή είναι στο πλαίσιο της αποδυνάμωσης της Ε.Ε.
Είναι, επίσης, αλήθεια ότι οι Βρετανοί έπεσαν θύματα της αλόγιστης πολιτικής του Κάμερον και εν συνεχεία της Μει οι οποίοι τους οδήγησαν, ο πρώτος σε ένα θολό δημοψήφισμα, με πολλά ψέματα για κοινωνικό κράτος και η δεύτερη στην έξοδο, την οποία επικύρωσε ένας αμφιλεγόμενος πρωθυπουργός ο Μπόρις Τζόνσον.
Οι Άγγλοι, λαός ιδιόρρυθμος και, άκρως, συντηρητικός, αιώνες τώρα έχουν καλλιεργήσει στο εσωτερικό μια εικόνα σοβινιστική, κυρίαρχου κράτους. Ας μην ξεχνάμε την περίοδο της αποικιοκρατίας, κυρίως, στην Αφρική. Μια εικόνα ανωτερότητας την οποία ακόμα και σήμερα συνεχίζουν να καλλιεργούν εξαιτίας και της εύρωστης οικονομίας που διαθέτουν.
Αρκετοί είναι σήμερα αυτοί που προσπαθούν να αποκρυπτογραφήσουν τα αρνητικά αυτής της αποχώρησης με αποτέλεσμα σε πρόσφατη έρευνα στη Μ. Βρετανία το 53% του λαού να ζητάει να μην αποχωρήσει η χώρα από την ΕΕ. Είναι μάλλον αργά. Ενώ ένα άλλο σημαντικό κομμάτι των Βρετανών θεωρεί ότι η χώρα του θα επιστρέψει, σύντομα, στην Ε.Ε με άλλες όμως συνθήκες πιο ευνοϊκές για μια πιο βιώσιμη συνύπαρξη με τους εταίρους της.
Πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ακόμη ότι η Μ. Βρετανία θα πληρώσει με βαρύ τίμημα αυτή την απόφαση την οποία χαρακτηρίζουν επιπόλαιη. Αυτό γιατί, ήδη, έχουν αρχίσει τα όργανα εντός της χώρας, καθώς η Σκωτία ζητάει επίμονα την απόσχιση της από το Ηνωμένο Βασίλειο και την παραμονή της στην Ε.Ε. Ενώ τα πρώτα σύννεφα έχουν διαφανεί για αντίστοιχη στάση και με την Ουαλία. Γνωστή άλλωστε είναι και η κατάσταση με την Β. Ιρλανδία. Το πουλόβερ είναι να ξηλωθεί και πολλοί είναι εκείνοι που δεν αποκλείουν και άμεσες εξελίξεις, ειδικά όταν θα αποχωρήσει η Βασίλισσα Ελισάβετ.
Σε κάθε περίπτερη η αποχώρηση της Μ. Βρετανίας, της δεύτερης οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης της Ε.Ε. αποτελεί βαρύ πλήγμα. Κερδισμένη η Γαλλία που βρίσκει ελεύθερο διπλωματικό πεδίο δράσης να αναπτυχθεί διπλωματικά πίσω από την θεωρητικά πανίσχυρη Γερμανία της Μέρκελ που εμφανίζεται ως βασικός πυλώνας στήριξης και λειτουργίας της Ε.Ε
Βεβαίως, οι ευθύνες για αυτή την αρνητική εξέλιξη βαρύνουν και την Ε.Ε η οποία, μέχρι σήμερα, δεν κατόρθωσε να προχωρήσει με γοργά βήματα στην εμβάθυνση των θεσμών και στην ισχυροποίηση της ενιαίας πολιτικής, οικονομικής, στρατιωτικής και κοινωνικής συμπεριφοράς της. Δεν προχώρησε σε ικανοποιητικό βαθμό την εσωτερική κοινωνική αλληλεγγύη και δεν είχε σχέδιο αντιμετώπισης της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Δεν είχε σχέδιο αντιμετώπισης του προβλήματος των προσφύγων και τη διασφάλιση με επάρκεια των ευρωπαϊκών συνόρων της.
Η διεύρυνση ήταν, ίσως, αναγκαία αλλά έγινε με γρήγορους ρυθμούς χωρίς πρόγραμμα και οργάνωση, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει τεράστια εσωτερικά προβλήματα που, σήμερα, ταλανίζουν το σύνολο της Ένωσης.
Σε κάθε περίπτωση η Ε.Ε. καλείται να βιώσει μια άγνωστη, σκληρή και απρόβλεπτη πραγματικότητα με αβέβαιο μέλλον. Η νηφαλιότητα με την οποία θα αντιμετωπίσει το νέο περιβάλλον θα κρίνει και το μέλλον της τα επόμενα χρόνια.

