Από τη Θεοδώρα Δέδε
Είχες τέτοια τονικότητα, που μπορούσες να δημιουργείς ατονική μουσική… Είχες αγκαλιά την αθανασία – ακόμα και με τ’ όνομά σου το διασφάλισες – ώστε να μη φοβάσαι να παλέψεις με τον ίδιο τον θάνατο, με ακαταμάχητα όπλα τη μουσική, το χιούμορ, την αυτογνωσία… Κι έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης του αναπόφευκτου… Όπως όλοι οι τεράστιοι δημιουργοί έχετε… πιει – δικαίως! – το νερό της Αθανασίας! Είναι η αναπνοή σας, που μένει αιώνια ενέργεια με τις υπόλοιπες ενέργειες των άλλων δημιουργών στους αγέρες!…
Ακροβάτης της μουσικής, που έκανες να φαίνεται απόλυτα φυσικό να χορεύεις μελωδικά στο φτερό του καρχαρία… Επιλεκτικός, ποιοτικός…. πολυσυλλέκτης της γνώσης… Όπως και ο έτερος αγαπημένος Φρέντυ (Γερμανός) και η άλλη λατρεμένη ψυχή, Μαλβίνα, δοτικότατοι στους χρόνους σας με όλους εμάς – και όχι μόνο – που σας περιτριγυρίζαμε για δυο κουβέντες και μετά φιλικές – σχεδόν … συγγενικές – επικοινωνίες…
Ακόμα και την ύστατη στιγμή, σήκωσες το μαεστρικό χέρι, το σημαδεμένο από τη σαρκοβόρα νοσοκομειακή πεταλούδα, για να κουρδίσεις ό,τι η ζωή ήθελε να ξεκουρδίσει…Για να ρυθμίσεις, ό,τι η ασθένεια ήθελε να σταματήσει, ν’ απορρυθμίσει την ίδια τη ζωή…Με το πιάνο σου δήλωνες ”παρών!”, με σθένος, με πείσμα, με δυνατές οξυγονωμένες νότες, αλλά και με επίγνωση, σαν να ακολουθούσε μια εσωτερική επιβεβαίωση: ”ακόμη μια μάχη κερδισμένη”, γι’ αυτό έσφιγγες τη γροθιά ως σημάδι νίκης, μετά από τις τελευταίες συναυλίες σου, σαν ένα προσωπικό στοίχημα, που μόνο εσύ ήξερες πώς το κέρδιζες! Κύλησες κι άλλο τον τροχό της τροχιάς σου, με απίστευτη δύναμη, την οποία αντλούσες από τη σι ελάσσονα, με θέληση, την οποία αντλούσες από τη φα δίεση…
Έβλεπα όλα σου τα αισθήματα να εκδηλώνονται σαν ηλιαχτίδες και σαν κεραυνοί μέσα από τη μουσική σου…Τα πεντάγραμμά σου είχαν γεύση από αλάτι και ιώδιο, πολύ ήλιο, περισσότερη περιπέτεια και ακαταμάχητο μυστήριο… Ήταν ανάλογο ντύμα των στίχων του – περισσότερο από – καρδιακού σου… φίλου, του Καββαδία, γι’ αυτό και κάνατε τέτοια τρελή παρέα – αθάνατος, βλέπεις κι εκείνος!…
Ως την τελευταία στιγμή, πάλευε μαζί με τους αγαπημένους του και την ιδιαίτερη αγαπημένη του, τη μουσική. Εδινε κι έπαιρνε οξυγόνο…Τελευταία συναυλία στο Ηρώδειο…Σαν να είχε τη βεβαιότητα ότι έρχεται το τέλος και σαν να έβγαινε αδήριτη ανάγκη από τα έγκατά του ότι, ως την ύστατη ώρα, έπρεπε να μοιραστεί το Χάρισμα και την Ευφυία του δημιουργού. Ηθελε – σαν υποχρέωση του δημιουργού; – να χαρίσει κάθε στιγμή του Χαρίσματος…Σαν να έλεγε ”όσο μπορώ, δεν θα κρατάω για μένα αυτό απ’ το οποίο και για το οποίο είμαι φτιαγμένος να εκπέμπω, ναι, ως την τελευταία στιγμή, αρκεί ν’ αναπνέω, ακόμα κι αν η σάρκινη φύση μου αρνείται να συμμετάσχει σ’ ό,τι η καρδιά, η ψυχή, το μυαλό επιτάσσει!…
Δωρητής της λύπης, της χαράς, της έμπνευσής του, ήθελε να αμφιδρομοεπικοινωνήσει με το κοινό τις άγιες εκείνες στιγμές έμπνευσης και δημιουργίας, ταλέντου, εξάσκησης, εμπειρίας. Ενας τέτοιος αφοσιωμένος δωρητής του ”είναι” του – γιατί αυτή η δωρεά, η προσφορά του ήταν το ”είναι” του – τι να φοβηθεί; Ο φόβος είναι από μεριάς του κοινού…Που δεν θα έχουμε συνέχεια στα δημιουργήματα και τη σκέψη του…Ο φόβος αφορά το κενό…Το αναπόφευκτο…Εκείνος έδωσε…Κι εμείς πήραμε…Το Είναι του…Σε σημείο να μας κάνει να τραγουδάμε:
‘’Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα, ποιος ρήγα γιός θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι’’;..’’Μα είναι κάτι πιο βαθύ, που με λερώνει. Γιε μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια”!!!…
Κι ενώ είχε στηρίξει σχεδόν στα όλα του τον Καββαδία, βρήκε έμπνευση και στου άλλου τεράστιου, του Καβάφη, τα μελωδικά λεγόμενα, από την ”Πόλιν”, που, πάλι – λες και τόχε η μοίρα του συνθέτη – για θάλασσες και πλοία έγραψε νότες:
‘’Καινούριους τόπους δε θα βρεις, δε θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί.
Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους.
Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ` ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φτάνεις.
Για τα αλλού μην ελπίζεις,
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη τη μικρή, σ` όλην την γη την χάλασες’’.
Και ήταν να σε τρελαίνει, που έγινε υπέροχος διάλογος η υπερ-υπερρεαλιστική μουσική του με τον υπερρεαλιστικό στίχο τού Καββαδία…Ηταν, για κάποιους, αποκοτιά ή τρέλα η μελοποίηση από μέρους του συνθέτη των στίχων τού ακατανόητου και αλλόκοτου, όπως τον είχαν περιορίσει με τον τίτλο: ”ποιητή της θάλασσας”, Καββαδία… Αλλά το μεγάλο βήμα είχε γίνει, γιατί οι στίχοι του ποιητή χτύπησαν φλέβα στην πόρτα της καρδιάς του δημιουργού Μικρούτσικου…
Δεν ξεχνώ τις ώρες, τις οποίες μου αφιέρωσε, όντας πνιγμένος, όπως πάντα, με άπειρες δραστηριότητες… Δεν ξεχνώ τη λατρεία του για το διάστημα, τις ανακαλύψεις, τις τέχνες, τις επιστήμες…Πόσο αχόρταγα ρουφούσε τη γνώση… Ένας λόγιος, μαθηματικός της τέχνης… Όχι, δεν ήμουν του κύκλου του, ούτε καν του … ημικυκλίου του…Δυο φορές συναντηθήκαμε, για να ολοκληρωθεί, η συνέντευξή μας, στο περιοδικό ”Nemecis”, το 2008, μια εκπληκτική και περιπετειώδης συνέντευξη. Αλλά, με τέτοιο καπετάνιο, ταξίδευες σε φουρτούνες και κάβους ανεξερεύνητους, που με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος τούς έχει ζώσει (όπως ”στο αφρικάνικο, ατσάλινο μαχαίρι”)…Τι να φοβηθεί ο άνθρωπος, που ένας εκ των ”συνεργατών” των εσωτερικών αναζητήσεων, του έστηνε σκηνικά τρομώδη, στίχους απόκοσμους, πλεγμένες ιστορίες με απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, αλλά με βαρειές και ασήκωτες μοίρες κι εκείνος με χαρά έπλεε σ’ αυτό το υπερβατικό περιβάλλον; Δηλαδή, βρήκε, έστω και μετά θάνατον, ο Καββαδίας έναν άνθρωπο να εκστασιαστεί με τις ιδιόρρυθμες και πολύπλοκες στιχουργικές ιστορίες του – πόσο θα χαιρόταν ο πρώτος γι’ αυτό το συναπάντημα των ταλάντων και την υπέρθερμη υποδοχή από το κοινό ! – ώστε να μεταδώσει σαν κεραυνοπληξία αυτή την έκσταση στο κοινό.
Εγώ το ήξερα…Στην τελευταία συναυλία του – ενώ, πάντα, τον έβλεπα να … πετάει, όταν έπαιζε στο πιάνο του, να γίνεται ένα μανιασμένο αερικό, που κουβαλάει όλες τις ταραγμένες ψυχές των τραγουδιών του – εκεί ”πέταγε”, χορεύοντας, ήδη, στο φτερό του Ηρωδείου… Ναι, είναι αλήθεια… Δεν ήταν μόνο απολαυστικός για μας, ήταν φευγάτος, αφού τόσο τέλεια συνεργάστηκε μ’ έναν διπλά … φευγάτο (και υπερρεαλιστή και τεθνεώτα)… Ταγμένος, ως το τέλος, στο ”Είναι” του, έφυγε ένας σπουδαίος, ένας μεγάλος Μικρούτσικος!…
(Πόσο είχα χαρεί, όταν υπέγραψε το cd του, στη μαμά μας Ρόζα, με το ομώνυμο τραγούδι, σαν ν’ αναγνώριζε ένας πατέρας το χαμένο του παιδί, μου είχε φανεί)…










