”Για τις αξεπέραστες…(Μάρμαρα μεθυσμένα)”… Από τη Θεοδώρα Δέδε
Εις μνήμην…
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας…Πάντα, εμπνέομαι από το άξιο (!) Πρότυπο μου…Πώς αλλιώς; Γυναίκα με τα όλα της, αλλά, πάνω’ απ’ όλα, βαθειά και βαρειά αγωνιζόμενος ΑΝΘΡΩΠΟΣ, έχει εγγράψει βαθειά μέσα μου….Εκρυβε τόσα μυστικά η…γόβα της και το περπάτημά της για τον χαρακτήρα της…Μας τα αποκάλυπτε, μέρα τη μέρα…Ακόμη & τώρα, 10 χρόνια μετά τον αποχωρισμό μας, δεν παύει να μας αποκαλύπτεται…Και να μας εμπνέει…

Σου ΄λεγα:
Βαλ’ τη μαύρη γόβα τη λουστρίνι,
που τρίζουνε τα μάρμαρα,
όπου το τακούνι σου χτυπάς,
με σθένος και ζωντάνια,
όταν στα στέρεα εδάφη τ’ ουρανού πατάς,
γιατί, παρόλα τα φτερά σου,
στη γη αγαπάς να περπατάς…
Ακόμα κι ο ήλιος ζηλεύει τη σελήνη,
όποτε με τη μαύρη σου την κλος τη φούστα,
όλο τον κόσμο, σε μια γύρα σου, μεθάς…
Ετσι σε θυμάμαι, τώρα,
μεσ’ στ’ άσπρα τού αντίο σου τα ρούχα
κι ένα θαύμα ζητάω να γίνει,
τα μαύρα της χαράς και το τακούνι το λουστρίνι
μέσα σ’ αυτά, που ήσουν κούκλα ζωντανή,
αχ, να τα φορούσες, πάλι, να γινόσουνα εκείνη…
Και να τρίζανε τα μάρμαρα,
να ‘δινες, άλλη μια φορά, ψυχή στα άψυχα
και στα ψυχρά καρδιά και τ’ άχαρα…

Μεσ’ στον χρόνο τρέχει το μυαλό μου με πατίνι…
Τι πέρασμα είχες κι εσύ, τρεχάτο και πονεμένο,
κι όμως, χαιρόσουν με το τίποτα,
μ’ ό,τι ο καιρός σου δίνει,
το αύριο με μια δραχμή ξημερωμένο,
μα, γεμάτο λαχτάρα για ζωή,
κι ας ήθελ’ άπειρα μανταρίσματα η κάθε σου πληγή…

Σε βλέπω, με μπαχάρια, τις ψυχές μας να μελώνεις,
το π ι ο νόστιμο μπαχάρι, η αγάπη,
στα πιάτα της καρδιάς σου…
Κι όταν πέταγες την ποδιά σου,
μια άλλη είχες γίνει,
πέταγες με τα κρυμμένα τα φτερά σου,
μέσα σου άναβε, παρ’ όλη τη γαλήνη,
η άσβεστη φωτιά σου…
Τύφλα νάχε η Αβα* και η Σανσόν**,
μέσα κι έξω ασύλληπτη η ομορφιά σου,
όλα σου τέλεια,
ίσια η περπατησιά σου,
αλφάδι, ακόμα κι η ραφή σου στο καλσόν…
Δεν χρειαζόσουν και πολλά…
Καλλονή κοπέλα δύσκολης εποχής,
είχες κάνει τα λίγα θησαυρό,
έτρεχες να προλάβεις,
με τον χρόνο να παραβγείς,
και το τακούνι να αντιλαλεί μέχρι το βουνό…
Μια μαύρη μόνο γραμμή στο μάτι
κι ένα ροζάκι για κραγιόν,
τόκανες και ρουζ,
της χλωμάδας σου μικρή απάτη,
τούχες δώσει, ευρηματική γυναίκα, ρόλο διπλό,
-ποτέ δεν ήσουν στερημένη στην καρδιά και το μυαλό-
πάντοτε, δροσερή και τρεχάτη…
Ομορφη στην ψυχή της όψης,
κάλπαζες, άνθρωπε ευφυή,
να προλάβεις τη ζωή,
με το τακούνι σύμμαχό σου
-γιατί, αν όχι τώρα, τότε πότε;…-
ποτέ δεν τόβαζες κάτω,
αδρανούν μόνον οι δειλοί,
κι εσύ βιαζόσουν να καλημερίσεις,
θαρραλέα, την αυγή…

Τώρα, αυτό σου το τακούνι, το κοιτάζω,
χωρίς τον δικό σου χτύπο πάνω στη ζωή,
κι ενώ νόμιζα ότι αυτό σου ‘δινε άλλη μορφή,
πως σου χάριζε μια χάρη, μια γοητεία, μια δύναμη ξεχωριστή,
κατάλαβα πως εσύ ήσουν η νεράιδα, που του ‘δινες πνοή…

Λοιπόν, αυτό σου το τακούνι το λουστρίνι
δεν θυμίζει τίποτα χαρούμενο, τώρα πια,
όλα τα τανγκό που το στοίχειωσαν, τα σβήνει,
και τις γεύσεις που κουβάλησαν,
αγαπημένους για να ευφράνουνε,
τις πνίγει
σε βαθείς -δακρύων- ωκεανούς η μνήμη…

Ναι, τα τακούνια σου τα λουστρινένια
έπρεπε μαζί σου να τάχες πάρεις,
γιατί, ερήμην τους, μεταλλάχθηκαν τα κ α η μ έ ν α,
αφού, εδώ, γενήκαν’ άθελά τους, όπλο φονικό,
στιλέτο κανονικό,
μας χαρακώνουν την ψυχή και το μυαλό …
Και τι κρίμα!…
Να θέλω και εγώ,
ακόμα και στον ύπνο,
με τακούνια να περπατώ…
Αλλά, με τίποτα, να σου μοιάσω δεν μπορώ…
Γι’ αυτό τα μωσαϊκά στέκουν ψυχρά και παγωμένα,
δεν είναι, πια, τα μάρμαρα μεθυσμένα…
Ν’ ακούσω, μάταια, περιμένω
τον κρυφό τους τον παλμό και από μένα
και να νομίζω πως ακούω, και πάλι, εσένα…
* Αβα Γκάρντνερ
**Υβόν Σανσόν

