”Ακόμη κι οι λιακάδες το ξέρουν αυτό”…

”Ακόμη κι οι λιακάδες το ξέρουν αυτό”… Από τη Θεοδώρα Δέδε

Άραγε, μπορεί η ευτυχία να δρα ερήμην σου,

ακόμη κι αν κάποια εφόδιά της απόλλυνται στη διάρκεια;…

Να είσαι σε μια ευτυχισμένη κατάσταση

και να μην το αντιλαμβάνεσαι;…

Δεν πρέπει, πάντα, να είσαι

-εκτός από κάτοχός της-

και κατανοών

-λουσμένος απ’ αυτήν;;;…

Η συνειδητοποίησή της δεν είναι προϋπόθεση της ύπαρξης,

της παρουσίας της;…

Ή, κάποιες φορές, μπορεί να εκπέμπεται,

όταν αυτή έχει, πια, ενσωματωθεί με το Είναι

και να αισθάνονται την ενσωματωμένη σου ευτυχία οι άλλοι,

αλλά για σένα να μην υφίσταται,

γιατί, πια -κακώς!- νομίζεις πως είναι…εσύ;…

 

Έτσι, πώς μούρθε;

Μια σκηνή, στο -παρότι βορινό- σπίτι μας,

αρχή χειμώνα, απογευματάκι -χρόνια πολλά κι ευτυχισμένα, πριν…-

η σαλοτραπεζαρία χρυσόλουστη,

από ακτίνες που έλαμπαν

και τον τρόπο βρήκαν,

-ερήμην μας και χωρίς καμιά μας απαίτηση!…-

να μας δώσουν την ευτυχία,

να έχουμε ένα τόσο άμεσο μήνυμα χαιρετισμού από τον θεό ΄Ηλιο,

που, τόσο ταπεινά και ήσυχα και απρόσμενα, μας καταδέχθηκε…

Να σ’ επιλέγει ο ΄Ηλιος δεν θα πρέπει μικρό πράμα να λογιέται!…

Να περνάει μέσα από σύννεφα,

στρώματα αέρος,

θεόρατα βουνά,

πανύψηλα κτήρια,

προσπαθώντας να βρει χαραμάδα να συναντηθείτε…

Πώς δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε

την ανεκτίμητη αξία ενός τέτοιους ταξιδιού,

διαπλανητικού,

που ένωνε τον ουρανό με το σπιτικό μας,

κάνοντάς το ακτινοηλιόλουστο;;;!!!…

Επρόκειτο για μια συμπυκνωμένη ακτινένια ράβδο χρυσού,

που νόμιζες πως δεν ήταν διαπερατή

και αν τολμούσες να την διαπεράσεις,

θα σε πέταγε πίσω,

σαν, μαγικά, να είχε υλοποιηθεί…

 

Κι ενώ τέτοια ήταν τ’ απογεύματά μας,

εγώ, τώρα, απομόνωσα ένα τόσο υπέροχο, θεϊκό απόγευμα,

σαν να μην υπήρχαν άλλα,

τώρα που το κοιτάζω

να παίζει στο μνημονικό μου cd…

Κι, όμως, ήταν όλα τόσο βαρετά και δεδομένα…

Σαν κι η ευτυχία να ήταν βαρετή και δεδομένη…

Ήταν όλοι και όλα, τόσο ”τακτοποιημένα” στη…θέση τους!…

Εδώ!…

 

Τώρα, όλοι αλλού…

Ξυραφιά στο ασυμμάζευτο πνεύμα

και το πολύπαθο καρδιόσχημο όργανο…

 

Αυτές οι ακτίνες ήθελαν, τόσο να μας γοητεύσουν, να μας μαγέψουν,

να μας κάνουν, πραγματικά, να ετερολάμψουμε,

με όλο τους το υπερπολύτιμο είναι!…

Μας δόθηκαν, τόσο γενναιόδωρα και … επιλεκτικά, μου φαίνεται, πια…

Από τόσα αμέτρητα σπίτια διάλεξαν το δικό μας…

Σαν να έριξε ο Ήλιος τούς προβολείς του,

για να δούμε ακόμη καλύτερα τη συγκάτοικο … ευτυχία μας…

 

Αλλά, τώρα, που το σκέφτομαι,

μπορεί και οι ίδιες οι ακτίνες να ήθελαν να αισθανθούν λίγη περισσότερη ευτυχία,

τρυπώνοντας στο σπιτικό μας!…

Ίσως, επειδή είχαμε τη δική μας χειροποίητη ευτυχία,

να μη δίναμε σημασία στην άλλη τη φιλική ”εισβολέα”,

που, πιθανώς, να μπήκε, κάπως, κατασκοπευτικά…

Ίσως, να ήθελε να μάθει από πρώτη…ακτίνα,

πώς μπορεί να λάμπαμε, ακόμη και χωρίς τη δική της λάμψη!…

 

Έτσι, ζούσαμε μια λάμψη, μια ευτυχία στο τετράγωνο!…

Τότε, μπορούσε ακόμη ν’ ακουστεί το γέλιο όλων μας…

Να τρέξουμε…

Να διαφωνήσουμε, μεγαλοφώνως…

Να έχουμε όρεξη να στρώσουμε το γαλάζιο τραπεζομάντηλο,

που σήμαινε καλεσμένους

και μπελάδες και φασαρίες

και να αναλωθούμε πάνω σε τηγάνια και ταψιά, για φαγοπότια,

μοιραζόμενοι γεύσεις, εμπνεύσεις, αγάπες…

 

Να περιμένουμε, ακόμη, μ’ ευχάριστη αγωνία, το ξημέρωμα

και τα μάτια, ορθάνοιχτα, να καρφώνονται στα σκοτεινά ταβάνια,

που, τότε, φάνταζαν εκράν του σινεμά…

Ο ύπνος δεν έπρεπε να είναι πολύς…

Μα, γιατί υπάρχει;…

Γιατί δεν είμαστε τίποτα άλλο

από ένα τέλεια σχεδιασμένο εργοστάσιο,

που, όμως, δυστυχώς, χρειάζεται να κρυώσουν οι μηχανές του…

 

Αλλά, τώρα, πάλι, βλέπω και κάτι άλλο…

Ξέρετε τι πιστεύω πως είναι ανώτερο όλων;…

Οι μανάδες, που, ιδίως, όταν είναι…μαμάδες,

μαγεύουν τις χρυσόλουστες αχτίνες,

γιατί οι ίδιες δεν αφήνουν περιθώρια για άλλες λάμψεις…

Ακόμη κι οι λιακάδες το ξέρουν αυτό

κι έρχονται, κλεφτά, να δουν

ποιες είναι αυτές οι πλανεύτρες,

που…λούζονται χρυσάφια πιο ανεκτίμητα από τα δικά τους…

 

Αυτά, τότε…

 

Τώρα, κρατάς την αναπνοή σου…

Μη σ’ ακούσει ο χρόνος…

Μη σ’ ακούσει μια λύπη…

Μη σ’ ακούσει η Σελήνη…

Μη σ’ ακούσει κάποιος φόβος…

Μη σ΄ ακούσουν τα πρόσωπα μιας φωτογραφίας…

Μην τα ενοχλήσεις και φύγουν από τον μπουφέ

(και πάνε να στηθούν σε κάποιον άλλον

ή κρυφτούν στα κατάβαθα κάποιου συρταριού)…

 

Μην αναμοχλευτούν, εντός σου,

φωνές, σκηνές, χαρές,

όλες -τόσο ερήμην μας κι ερήμην τους- ευτυχισμένες

και, τώρα, μετατραπούν σε κραυγές, συνειδητά, απεγνωσμένες…

Τουλάχιστον, αν μπήξεις τις φωνές,

κάνε πως κοιμάσαι, να υποθέσουν όλοι

πως κάποιον, απερίγραπτα, τρομώδη εφιάλτη είδες…

 

Όπως, τότε, που θυμάσαι, ξαφνικά, τον εαυτό σου παιδί

και τη μητέρα σου, με θρησκευτική ευλάβεια,

την παρατηρείς να καθαρίζει κρεμμύδια

και συνειδητοποιείς πως, τώρα πια,

είναι τα δικά σου χέρια, που κρατούν το μαχαίρι

-και πολλούς ρόλους: εμπνευσμένους από

τη μητέρα σου, τον πατέρα σου,

τις γιαγιάδες, τους παππούδες σου…-

κι αυτό σου φέρνει μια πλημμύρα…

Αλλά – ευτυχώς!…- όλα καλά!

Κανείς δεν το παίρνει είδηση,

αφού όλοι ξέρουν

πως, αδιαμφισβήτητα, φταίνε αυτά τα παλιοάτιμα τα…κρόμμυα,

για όλους τους οφθαλμικούς καταρράκτες…

Και τίποτε άλλο!…

Πού να φανταστούν τίποτε άλλο!…

Πού να φανταστούν!…

Τίποτε άλλο!…

Όμως, για βρόχινα δάκρυα, όλων των πόνων και καημών, πρόκειται…

Οι βροχές ξέρετε τι είναι;

Όλα τα δάκρυα του κόσμου…

Πόνοι, συγκινήσεις, αποχωρήσεις, αφίξεις,

γέλια μέχρι δακρύων…

Ευτυχώς, που βρέχει έξω και δεν είχα ομπρέλα…

Πάλι, βρήκα άλλοθι…

Γιατί πρέπει κι έξω να εφευρίσκεις ένα…