Αθ. Γραμμένος: Ιδεολογικός πόλεμος που ευκαιριακά μόνο σχετίζεται με την πανδημική κρίση

Γράφει ο Αθανάσιος Γραμμένος, διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων

Αν η κυβερνώσα παράταξη και ο Πρωθυπουργός ήταν φιλελεύθεροι, αν σέβονταν το Σύνταγμα, αν είχαν εμπεδώσει ότι ζούμε σε μια έκτακτη κατάσταση και ότι πρέπει να συμβιβάσουμε την υγειονομική προστασία με την «κανονική» λειτουργία της κοινωνίας, θα είχαν μεριμνήσει να προσκαλέσουν τα κόμματα σε μια ειδική σύσκεψη στην οποία θα αποφασιζόταν μια ολιγομελής αντιπροσωπεία της Βουλής να καταθέσει στεφάνι στο Πολυτεχνείο και ύστερα να διαλυθεί. Ένα ζήτημα δημόσιας υγείας κι ένα ζήτημα ιστορικής μνήμης θα είχαν έρθει στο ύπατο επίπεδο κοινοβουλευτικού διαλόγου, όπως συμβαίνει στα προηγμένα δημοκρατικά πολιτεύματα της Ευρώπης.

Έτσι, θα είχαν τιμήσει την επέτειο, θα είχαν προστατεύσει τη δημόσια υγεία, θα είχαν εκφράσει τον σεβασμό τους ως κυβέρνηση και ΠΘ «όλων των Ελλήνων» και θα είχαν αφαιρέσει κάθε επιχείρημα κακόπιστης κριτικής από τους αντιπάλους.

Αντ’ αυτού, επιλέχθηκε συνειδητά η κλιμακωτή πόλωση: ξεκίνησε με τους ψευδώνυμους των κοινωνικών δικτύων που «προειδοποιούσαν» ότι τη 17η Νοεμβρίου δεν θα βγει κανείς από το σπίτι. Στη συνέχεια, γνωστοί και άγνωστοι καλούσαν την Ελληνική Αστυνομία να προβεί σε συλλήψεις και ό,τι άλλο προκύψει. Ένας βουλευτής βρέθηκε στην περιοχή για να «εμψυχώσει» τα ΜΑΤ. Κάποιος δημοσιολόγος προέτρεψε σε χρήση βίας στην περίπτωση που κάποιοι προσεγγίσουν το σημείο. Τις τελευταίες ημέρες, βουλευτές και άλλες περσόνες της νεοσυντηρητικής κυβέρνησης έκαναν ευθεία ιδεολογική επίθεση στην επέτειο και τέλος, ο ίδιος ο ΠΘ κατήγγειλε, από του βήματος της Βουλής, τις καριέρες που χτίστηκαν από το Πολυτεχνείο.

[Αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι πολλοί από όσους «εξαργύρωσαν» τη δράση τους στο Πολυτεχνείο είναι σήμερα στυλοβάτες («άριστοι»;) της Νέας Δημοκρατίας. Επίσης, στο Πολυτεχνείο δεν συμμετείχαν δεξιοί. Εκείνοι βρίσκονταν στην άλλη πλευρά όχι μόνο λόγω του αντικομμουνισμού τους αλλά και των πάσης φύσεως διευκολύνσεων που παρείχε η δικτατορία. Ας μην ξεχνάμε ότι το μεταπολεμικό κράτος δομήθηκε πάνω στην καταδίωση των μη δεξιών, με την εξορία, τους φακέλλους και τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων. Από το 1949 έως το 1974 η Ελλάδα ήταν μια ανελεύθερη δημοκρατία.]

Γιατί όμως επιλέγεται φέτος μια άλλη προσέγγιση;

Επειδή, καθώς φαίνεται, η κυβερνώσα παράταξη έχει εξαπολύσει έναν ιδεολογικό πόλεμο που ευκαιριακά μόνο σχετίζεται με την πανδημική κρίση. Στόχος της νεοσυντηρητικής κυβέρνησης δεν είναι η προστασία των πολιτών αλλά ο επαναπροσδιορισμός των αξιακών σταθερών της ελληνικής κοινωνίας, μέσα από μια επιθετική αποδόμηση του «άλλου». Η δυσανεξία στο διαφορετικό έχει διαφανεί ήδη από το «τσουβάλιασμα» όσων δεν επικροτούν τις τρέχουσες πολιτικές με τον δυσφημισμό «ψεκασμένοι» και συνεχίζεται με τη διεκδίκηση αναγνώρισης για τη δήθεν συμμετοχή της αντιδραστικής δεξιάς στους κοινωνικούς αγώνες για δημοκρατία κι ελευθερία. Προφανώς δεν είναι ορθό να οικειοποιείται η αριστερά και δη το κομμουνιστικό κόμμα τις ιστορικές αυτές κατακτήσεις, αλλά δεν δικαιούται να το κάνει ούτε η δεξιά.

Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό χάσμα διευρύνεται και αυτό –παρότι εξυπηρετεί όλα τα κόμματα- θα ζημιώσει ξανά τους φιλελεύθερους και δημοκράτες πολίτες που χωρίς να συμμετέχουν σε αυτή την παρωδία, θα στερηθούν τα συνταγματικά τους δικαιώματα.