”Χτίζεις…(Αν η Αγάπη … γειώθηκε, εμείς δεν πρέπει να…;;;”) Από τη Θεοδώρα Δέδε

Άλλο ένα βοτσαλάκι…
Πάνω στο άλλο,
πάνω στα άλλα…
Έχεις φτιάξει ορόφους…

Κι όμως…
Συνεχίζεις…
Βότσαλα πλατειά…
Μοσχοβολάνε λυτρωτικό, φρέσκο αέρα θαλάσσης…
Είναι αλμυρά,
βρεγμένα από δροσερά δάκρυα..
Δάκρυα ωκεανών…
Δάκρυα βροχών…
Δάκρυα ματιών…
…Συμπαράστασης σε λύπες, συγκίνησης σε χαρές…
Βότσαλα, ολόλευκα και -παραδόξως!…- πουπουλένια,
σαν τα φτερά των κύκνων…
΄Η των Αγγέλων…
Σαν μαξιλαρένια σύννεφα, το ένα πάνω στ’ άλλο…
Σαν Κάποιος να τους έχει πάρει το βάρος…
Το ασήκωτο…
Σαν για κάποιο λόγο να είναι αβαρή,
γιατί θα πρέπει να μετεωριστούν…

Και δεν έχεις τέλος…
Κάθε φορά, που σκύβεις στον πόνο
και δεν φοβάσαι να αντικρίσεις τον Αδη του άλλου,
βάζεις μια ακόμη τέτοια
ολόλευκη, πουπουλένια,
βοτσαλένια στρώση
πάνω στις άλλες…

Κάθε φορά, που γίνονται πύρινες βρύσες τα μάτια σου,
γιατί άκουσες ένα στίχο,
τέσσερις λέξεις στη σειρά,
που μιλάνε για το ΟΛΟΝ,
που κλείνουν τα ΠΑΝΤΑ σου,
κι όμως, δεν κλαις από σένα για σένα,
για το τι ένοιωσες μέσα του εσύ(!),
αλλά γι’ αυτούς που δεν έβρισκαν τα λόγια
και νόμιζαν πως, ποτέ, δεν θ’ ακουγόταν με λέξεις της ψυχής τους το πόνημα…
Και βουρκώνεις την καρδιά από απέραντη χαρά,
γιατί, επί τέλους, θ’ αναπαύθηκε το βιωμένο,
μα, μη ικανό να εκστομιστεί, απ’ τη φωνή τής πολύπαθης ψυχής τους, τραγούδι…
Που, τελικά, εκείνο το τραγούδι, που έψελνε στα κατάβαθά της η ψυχή τους,
βρέθηκε πεντάγραμμο να το κουβαλήσει
και να το ταξιδέψει στις τρικυμιώδεις γραμμούλες του
και στις φωνητικές γραμμούλες-χορδές άλλων συμπασχόντων…
Και νάτη, άλλη μια βοτσαλένια πλάκα έπεσε στο οικοδόμημά σου…

Κάθε φορά, που γελάς, με 100 καρδιές,
για τις χαρές των άλλων
ενώ, ταυτόχρονα, τραντάζονται
και σαν από εσωτερικά ρίχτερ χαράζονται
οι κούφιοι σκελετοί εκείνων που απορούν,
γιατί και πώς το μπορείς (;;;…),
γιατί και πώς το κάνεις αυτό (;;;…),
πότε θα κουραστείς (;;;…),
πότε θα δείξεις ένα άλλο πρόσωπο (;;;…),
αυτό που ελπίζουν να δουν,
(καθρέφτισμα της δικής τους Αβύσσου),
για να δικαιολογήσουν την τρωτότητα,
την αδυναμία τού δικού τους τρύπιου χαρακτήρα
κι εσύ συνεχίζεις, ακάθεκτα, αενάως, το πρόγραμμά σου
άλλη μια στρώση βότσαλων σε ανεβάζει ακόμη πιο ψηλά…

Κάθε φορά, που εγκύπτεις σε προσκεφάλι
κι όλοι αναρωτιούνται ”πάλι, εσύ;…”
δεν μπορούν να καταλάβουν
πως έτσι έχεις φτιαχτεί!…
Και το καλύτερο: ότι σου αρέσει!…
Δεν μπορεί να … πετύχει καμία λοβοτομή στον εγκέφαλό σου
ή μόνιμη ένεση αναισθησίας να διαπεράσει
το πετσί, τον ψυχισμό, το ΕΙΝΑΙ σου,
γιατί το ΕΙΝΑΙ σου το δημιουργείς
και το πλάθεις κάθε δευτερόλεπτο…
Δεν το έχεις αφήσει σε ησυχία…
Το χτίζεις…
Χωρίς να έχεις έτοιμα σχέδια,
χωρίς να έχεις αναζητήσει τον καλύτερο μηχανικό,
χωρίς καν … οικοδομικά υλικά…
Δεν χρειάζεσαι, άλλωστε, ”φθηνά” υλικά:
τούβλα και λάσπες και τσιμέντα…
Εσύ μόνο βότσαλα μαζεύεις,
από παιδί ακόμη τα λάτρευες…
Τι πανέμορφη γυαλάδα,
τι λεία υφή σαν πολύτιμο βελούδο,
τι ήχο κρουστό, τραγανό αφήνουν,
όταν μεταξύ τους κουρδίζουν τη βοτσαλιστή ορχήστρα τους…!
Τι στολίδια, τι θησαυρούς είναι γεμάτες οι ακτές!…
Μάζευες τη μισή παραλία στην τσαντούλα σου
που, ποτέ, δεν σου φάνηκε βαρειά…
Σαν, στη διαδρομή,
η έλξη τής γης να ήταν ανύπαρκτη επάνω τους…
Και να, που τώρα, φτιάχνεις, άθελά σου, βοτσαλοπατώματα…

Και γι’ αυτόν που κλαις,
γιατί ο ίδιος δεν έχει, πια,
και του δανείζεις τα δικά σου δάκρυα,
απ’ τα τρίσβαθα, αστείρευτα, απύθμενα πηγάδια τής καρδιάς σου,
δεν υπάρχουν λόγια ν’ ανταποκρίνονται
σ’ αυτήν την εσώτερη υδάτινη συγκοινωνούσα ροή…
Σ’ αυτήν την ψυχική ανακούφιση,
τη θεϊκή καταπράυνση και απάλυνση,
με το μοίρασμα των συγκινησιακών κραδασμών,
αισθάνεσαι τόσο φυσικά ”ένας για όλους και όλοι για έναν”,
ταπεινέ, Σωματοψυχοφύλακα…
Μόνο που, τότε -όταν πρέπει…-
επειδή ”όλοι, συνήθως, δεν είναι για τον έναν…”
άλλη μια πλάκα βότσαλα,
χωρίς να το θες,
χωρίς να το επιδιώκεις,
συνεχίζει να πέφτει πάνω στις άλλες…

Ξέρεις, κοντεύεις να ολοκληρώσεις ουρανοξύστη…
Γιατί τόσες βοτσαλόπλακες σ’ ανεβάζουν,
όλο και πιο κοντά,
στην ουράνια γαλάζια θάλασσα,
μπροστά στις ακτές Του…
Εσύ δεν το ξέρεις…
Δεν το περιμένεις…
Οι άλλοι το αισθάνονται…
Μα, δεν μπορούν να το κατανοήσουν…
Εσύ, απλά, ανεβαίνεις όροφο…
Πιάνεις άλλο επίπεδο…
Εσύ δεν το αντιλαμβάνεσαι,
αλλά, ήδη, χτίζεις…
Χτίζεις ΨΥΧΗ!…
Είσαι ένα … Πάσχα…
Είσαι ένα πέρασμα
από το ανθρώπινο στο θείο…
Εγώ έχω καταλάβει, πώς το έχεις καταφέρει αυτό…
Δεν έχεις εξοντώσει το παιδί από μέσα σου…
Και Εκείνος, κατέχει
την Αθωότητα, την Αγνότητα, την Αγάπη,
τα τρία βασικά -ύψιστα- Α της ζωής,
που θα πρέπει να διαθέτει κάθε παιδί
και κάθε ενήλικος, με αιώνια, άσβεστη, φωτεινή παιδικότητα,
γιατί εκεί θα βρουν οι σπόροι Του το προσφορότερο έδαφος,
για ν’ ανθίσουν…
Μήπως δεν ξέρουμε,
σε ποιους ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών;…
Καλό, πραγματικό Πάσχα,
καλό Πέρασμα, λοιπόν,
στην Παιδικότητα του αισθήματος,
την Αγνότητα της ψυχής,
την άδολη και ανιδιοτελή Αγάπη…
Η ίδια η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΓΑΠΗ γειώθηκε…
Εμείς πότε θα ουρανωθούμε;;;!!!…
(Αφιερωμένο σ’ όλες τις … ΑΓΓΕΛΙΚΕΣ Ψυχές…Που, ως είδος προς εξαφάνιση, γιατί όλο και λιγότερες περπατάνε σ’ αυτή τη γη, είμαστε ευλογημένοι, αν ΚΑΠΟΥ τις συναντήσουμε)…


